Category: Αναλύσεις

Κάπου μεταξύ ΕΣΡ, ΣτΕ και κυβέρνησης χάθηκε η πολιτική πολυφωνία.

Κάπου μεταξύ ΕΣΡ, ΣτΕ και κυβέρνησης χάθηκε η πολιτική πολυφωνία.

Του Χασάπη Πέτρου

Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το κράτος, μέσω της υποτιθέμενης ανεξάρτητης αρχής «ΕΣΡ», ελέγχει τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και επιβάλει κυρώσεις. Στην ίδια διάταξη επιβάλλεται η αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων.

Στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2328/1995, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί «υποχρεούνται να μεριμνούν για την … αντικειμενική ενημέρωση, την διασφάλιση της πολυφωνίας…», ενώ στο άρθρο 3 παρ. 22 του ιδίου νόμου ορίζει ότι: «Οι τηλεοπτικοί σταθμοί, στη συνολική διάρθρωση του προγράμματος και ιδίως των ειδησεογραφικών τους εκπομπών και των εκπομπών πολιτικού διαλόγου, έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν την πολιτική πολυφωνία και την παρουσίαση των απόψεων των πολιτικών κομμάτων, που εκπροσωπούνται στη Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για κάθε ζήτημα που καθίσταται αντικείμενο πολιτικής αντιδικίας».

Υπάρχει και πλήθος άλλων διατάξεων, όπως το ΠΔ 77/2003 με το οποίο κυρώθηκε ο «Κώδικας Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών και άλλων Δημοσιογραφικών και Πολιτικών Εκπομπών» και ο οποίος μεταξύ άλλων ορίζει ότι: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση πρέπει να αναγνωρίζουν και να σέβονται εμπράκτως τη διατύπωση διαφορετικών απόψεων και να υπερασπίζονται την ελευθερία μεταδόσεώς τους. Οι διαφορετικές απόψεις πρέπει να παρουσιάζονται έγκαιρα και με ίσους όρους».

Όλες οι ανωτέρω διατάξεις και αρκετές ακόμα, υποτίθεται ότι κατοχυρώνουν την πολιτική πολυφωνία για τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Το ερώτημα όμως είναι, πως ακριβώς εκφράζεται και συνακόλουθα πως επιβάλλεται αυτή η πολιτική πολυφωνία στην πράξη; Για το θέμα αυτό, το ΕΣΡ εξέδωσε το 2006 την με αρ. 1/21-1-2006 Οδηγία του προς τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ, με την οποία όρισε ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί της χώρας οφείλουν, κατά την εκπομπή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, να παρουσιάζουν τις απόψεις των πολιτικών κομμάτων, όσων εκπροσωπούνται στην Ελληνική Βουλή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επί χρονικό διάστημα το οποίο να προσεγγίζει την αναλογία προτιμήσεως του εκλογικού σώματος, όπως αυτή προκύπτει από τις εκάστοτε κοινοβουλευτικές εκλογές.

Έκτοτε και με βάση αυτή την οδηγία, το ΕΣΡ συντάσσει και καταθέτει στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τον ετήσιο απολογισμό του, στον οποίο παρουσιάζει την ποσοστιαία χρονική εμφάνιση των κοινοβουλευτικών κομμάτων και των στελεχών τους, σε καθέναν από τους τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας εμβέλειας. Από τους απολογισμούς αυτούς φαίνεται καθαρά, ότι τα μικρότερα κόμματα, σχεδόν εξαφανίζονται από τους τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας εμβέλειας.

Εδώ ακριβώς εισέρχεται στη διαδικασία το ΣτΕ. Συγκεκριμένα, και έπειτα από συνεχείς καταγγελίες, των μικρότερων κυρίως κομμάτων, το ΕΣΡ έχει επιβάλει στο παρελθόν, σε βάρος των τηλεοπτικών καναλιών, κάποιες ποινές, τις περισσότερες φορές απλά «χάδια». Παρόλα αυτά, οι τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν προσφύγει στο ΣτΕ εναντίον των αποφάσεων του ΕΣΡ. Το δε ΣτΕ, με μια σειρά αποφάσεων, που αποτελούν πλέον νομολογία του (ΣτΕ 3620, 3621/2008, 240, 243, 245, 248, 249, 250, 255/2012, 4152/2015, 1962, 2139/2019, 27/2020), έχει απορρίψει σχεδόν όλες τις αποφάσεις του ΕΣΡ, καθόσον δεν αναγνωρίζει το ποσοτικό κριτήριο του ΕΣΡ για τον χρόνο εμφάνισης των κομμάτων και των στελεχών τους στους τηλεοπτικούς σταθμούς, ως στοιχείο της πολιτικής πολυφωνίας, αλλά απαιτεί ποιοτικά κριτήρια, όπως αυτό το ίδιο ερμηνεύει τις ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις.

Θα απαιτούταν πολύ χώρος για να αναπτυχθεί επακριβώς το σκεπτικό του ΣτΕ για τα απαιτούμενα από το ίδιο ποιοτικά κριτήρια. Με λίγα λόγια όμως, στην ουσία επιτρέπει στους τηλεοπτικούς σταθμούς να κρίνουν εκείνοι αυθαίρετα τι πρέπει να μεταδοθεί και τι όχι, καθώς και ποιο πολιτικό πρόσωπο πρέπει να καλέσουν και ποιο όχι. Απαιτεί επιπλέον ότι, η όποια παραβατική συμπεριφορά, του όποιου τηλεοπτικού σταθμού, να επαναλαμβάνεται επί μακρό χρονικό διάστημα, εναντίον του διαμαρτυρηθέντος κόμματος και να περιέχονται στην απόφαση του ΕΣΡ, συγκεκριμένα γεγονότα που να παρουσιάζουν πολιτικό ενδιαφέρον και τα οποία γεγονότα δεν μετέδωσε ο συγκεκριμένος τηλεοπτικός σταθμός. Αλλά και πάλι και αυτό να γίνει, θα κριθεί από το ΣτΕ εάν τα μη μεταδοθέντα γεγονότα και οι μη μεταδοθείσες πολιτικές απόψεις, ήταν άξια λόγου θέματα για να τα μεταδώσει ο τηλεοπτικός σταθμός. Και όλα αυτά, για να επιβληθεί στο τέλος ίσως κάποια απλή σύσταση.

Δεν απαιτούνται φυσικά ειδικές νομικές γνώσεις, αλλά απλή κοινή λογική, για να αντιληφθεί κάποιος, ότι εδώ πέρα, στην ουσία οι τηλεοπτικοί σταθμοί τίθενται στο απυρόβλητο από το ίδιο το ΣτΕ και μπορούν πλέον να χειρίζονται εκείνοι, όπως νομίζουν, την λεγόμενη πολιτική πολυφωνία.

Το ΕΣΡ από την πλευρά του, ωσάν να μην λαμβάνει υπόψη του τις αποφάσεις του ΣτΕ, εξακολουθεί αφενός να εκδίδει αποφάσεις εναντίον των τηλεοπτικών σταθμών με βάση το ίδιο ποσοτικό κριτήριο, για την μη τήρηση της πολιτικής πολυφωνίας (το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι απόλυτα ορθό), ενώ γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα ακυρωθούν οι αποφάσεις του, αφετέρου εξακολουθεί να παρουσιάζει στη Βουλή απολογισμούς βασιζόμενες στο ανωτέρω ποσοτικό κριτήριο και να ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο για να πράξει διαφορετικά.

Και κάπου εδώ μπαίνει στο παιχνίδι και η εκάστοτε κυβέρνηση, η οποία, ως προερχόμενη από μεγάλο κόμμα εξουσίας, ουδόλως ενδιαφέρεται να δώσει τηλεοπτική εμφάνιση στα μικρότερα κόμματα. Έτσι, αφήνει ανέπαφο το πιο πάνω θολό νομικό τοπίο και δεν θεσμοθετεί με νόμο το ποσοτικό κριτήριο του ΕΣΡ, ώστε να δεσμεύσει νομικά τόσο το ΕΣΡ, όσο και τους τηλεοπτικούς σταθμούς και το ΣτΕ.

Ανάμεσα λοιπόν στο ανωτέρω τρίγωνο, όπου βολεύονται όλοι με το υπάρχον καθεστώς, η δύστυχη πολιτική πολυφωνία έχει κάπου χαθεί. Η κυβέρνηση, δεν νομοθετεί ποσοτικά κριτήρια, το ΕΣΡ βολεύεται να εκδίδει συνεχώς αποφάσεις που ακυρώνονται από το ΣτΕ και τελικά το ΣτΕ, διαθέτοντας από το Σύνταγμα και το νόμο το ανεύθυνο και το ανέλεγκτο της κρίσης του, δεν υιοθετεί το ποσοτικό κριτήριο του ΕΣΡ, αλλά με κάποια αόριστα δήθεν ποιοτικά κριτήρια, επιτρέπει στην ουσία στα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ να φιμώνουν τα μικρότερα κόμματα και να καταργούν την αιτούμενη πολιτική πολυφωνία. Και οι τρεις ανωτέρω παράγοντες, αν τους ρωτήσεις, θα απαντήσουν ότι κάνουν νόμιμα τη δουλειά τους. Και όντως την κάνουν. Η κυβέρνηση θα πει ότι διαθέτει νομικό πλαίσιο (άσχετα του τι είναι αυτό), το ΕΣΡ, ως ανεύθυνη “ανεξάρτητη” αρχή, θα πει ότι έχει εκδώσει την ανωτέρω οδηγία και αποφασίζει με βάση αυτή και το ΣτΕ θα πει ότι, ως ανεύθυνο και ανέλεγκτο στην κρίση του ανώτατο δικαστήριο, ερμηνεύει τα πράγματα όπως εκείνο νομίζει.

Και οι τρεις λοιπόν κάνουν τη δουλειά τους, όμως το αποτέλεσμα της δουλειάς τους, σε ότι αφορά στην προαγωγή και προστασία της πολιτικής πολυφωνίας, είναι μηδέν. Έτσι ακριβώς δουλεύει ολόκληρο το σύστημα της Ελλάδας, γι’ αυτό και είμαστε στη σημερινή κατάσταση. Τελικά, ποιος άραγε κυβερνά αυτόν τον τόπο;

 

Ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να συνεχίσει, θα πάει σε εκλογές.

Ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να συνεχίσει, θα πάει σε εκλογές.

Του Χασάπη Πέτρου

Έχουν πλέον αντιληφθεί οι πάντες ότι ο πρόσφατος ανασχηματισμός, στον οποίο προέβη ο κ. Μητσοτάκης είναι εκλογικό σχήμα και είναι εκλογικό σχήμα έτοιμο για εκλογές εντός του 2021. Τούτο φαίνεται τόσο από τη βιασύνη του ανασχηματισμού από την αρχή του έτους, όσο και από τα πρόσωπα που τοποθέτησε στα διάφορα υπουργεία και ειδικά αυτό των Εσωτερικών.

Υπάρχουν τρία βασικά μέτωπα τα οποία η κυβέρνηση της ΝΔ πρέπει να αντιμετωπίσει και τουλάχιστον τα δύο από αυτά, δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει μόνη της ή έστω χωρίς σχετική λαϊκή εντολή. Πανδημία, ελληνοτουρκικά και οικονομία είναι τα τρία κεντρικά μέτωπα. Από αυτά, σε εκείνο που προσδοκά να δει κάποιο φως στο τούνελ ο κ. Μητσοτάκης, είναι η πανδημία. Στα άλλα δύο μόνο να χάσει αναμένει.

Ο πρωθυπουργός θα ήθελε να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, στις αρχές του Καλοκαιριού του 2020, όταν φαινόταν πως η πανδημία αποτελούσε παρελθόν και ο ίδιος θεωρούταν ο «Μωυσής» που πέρασε το λαό μέσα από την πανδημία στην απέναντι όχθη. Τώρα προσπαθεί εναγωνίως να βρει αντίστοιχη συγκυρία και αυτή δεν είναι άλλη από μια χαραμάδα ελπίδας εξόδου από την πανδημία. Έτσι έχει ποντάρει όλα τα πολιτικά χαρτιά του, τόσο στον περιορισμό εξάπλωσης της πανδημίας, όσο και στον εμβολιασμό του κόσμου για να εμφανισθεί αυτή η χαραμάδα που προσδοκά.

Στα άλλα δύο μέτωπα δεν περιμένει καμία νίκη. Τα μέτωπα αυτά, ελληνοτουρκικά και οικονομία, θα τον φθείρουν μέχρι πολιτικής καταστροφής. Σε ότι αφορά στα ελληνοτουρκικά, μόνο να χάσει έχει η Ελλάδα, από αυτά που έχει κερδίσει με αίμα σε πολέμους και όχι να κερδίσει μέσα από τις διερευνητικές, τις διαπραγματεύσεις και τις πιέσεις Γερμανών και Αμερικανών. Σε ότι αφορά στην οικονομία, αυτή ήδη είχε πάρει την κάτω βόλτα πριν την πανδημία, η δε πανδημία την συνέτριψε εντελώς. Και καθώς η Ελλάδα δεν έχει παραγωγική μηχανή για να τη βάλει μπροστά και να ανακάμψει, θα αναγκαστεί να πάει σε νέο μνημόνιο, είτε αυτοβούλως (βλ. έκθεση Πισσαρίδη) είτε εκβιαστικά από τους δανειστές.

Αν λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης, δεν πάει σε εκλογές τώρα, μετά την πολυαναμενόμενη χαραμάδα, που αναφέρθηκε πιο πάνω, αλλά αποφασίσει να πάει στο τέλος της τετραετίας, τότε, όχι απλά οι εκλογές αυτές θα είναι μια τυπική παράδοση της εξουσίας από τον ίδιο, αλλά και πλήρη συντριβή της ίδιας της ΝΔ (κάτι σαν ΚΙΝΑΛ ένα πράγμα) και αυτό δεν θα το επιτρέψουν οι πολιτικές οικογένειες της ΝΔ να συμβεί. Επομένως οι εκλογές, όχι μόνο θα γίνουν, αλλά θε έπρεπε να έχουν γίνει χθες.

Το ερώτημα όμως που εύλογα τίθεται είναι, και τι καινούργιο θα φέρουν οι εκλογές; Μήπως θα δώσουν μεγαλύτερη δύναμη στη ΝΔ και στον κ. Μητσοτάκη; Αλλά κι αυτό να γίνει, η αντιμετώπιση των ανωτέρω μετώπων πάλι θα καταστρέψει τη ΝΔ. Η απάντηση είναι ότι οι εκλογές θα φέρουν συγκυβέρνηση.

Κανένα κόμμα και κανένας πρωθυπουργός δεν θα αναλάβουν μόνοι τους το βάρος της προδοσίας, που αναγκαστικά θα τους φορτωθεί στην παραμικρή παραχώρηση εθνικών δικαίων προς την Τουρκία, παρά το εθνομηδενιστικό μπλοκ που δρα στη χώρα. Κανένα κόμμα και κανένας πρωθυπουργός δεν θα αναλάβουν μόνοι τους το βάρος της επιβολής νέων μνημονίων έπειτα από δέκα χρόνια εξοντωτικών μνημονίων που οδήγησαν στο πουθενά, κατέστρεψαν οικονομικά και κούρασαν το λαό.

Επομένως, θα επιχειρηθεί να φορτωθούν όλα αυτά (με την πίεση του εξωτερικού παράγοντα), σε όσο το δυνατόν ευρύτερα τμήματα του κομματικού συστήματος, με την ελπίδα της πολιτικής επιβίωσης, όλων αυτών που μας έφεραν στο σημερινό κατάντημα. Εξάλλου, το τέχνασμα αυτό δοκιμάστηκε πολλές φορές στο παρελθόν, με πιο πρόσφατα παραδείγματα την κυβέρνηση Παπαδήμου, και τις συγκυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ ή τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ με στήριξη και από ΠΟΤΑΜΙ. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκλείεται να δούμε συγκυβέρνηση από ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ, με ενίσχυση στις ψηφοφορίες και από ΜΕΡΑ25 σίγουρα και σε ορισμένα θέματα και από ΚΚΕ. Η επιτηδευμένη μεθόδευση του κ. Μητσοτάκη να εμφανισθεί ως κεντρώος και η ΝΔ ως κεντρώο πολυπολιτισμικό και αντινατιβιστικό κόμμα, μέσα σε ένα γενικότερο πνεύμα παγκοσμιοποίησης, δεν είναι άσχετη με αυτό που έρχεται.

Μένει μόνο να απαντηθεί το πότε θα γίνουν οι αναγκαστικές εκλογές. Όπως είπα πιο πάνω, θα γίνουν μόλις ο κ. Μητσοτάκης διαπιστώσει κάποια χαραμάδα ελπίδας στην πανδημία, την οποία ολόκληρο το μιντιακό σύστημα θα προσπαθήσει ψηφοθηρικά να του την πιστώσει. Αυτό δεν μπορεί όμως να πάει μακριά, καθόσον τα άλλα δύο μέτωπα είναι εδώ και πιέζουν για λύση εδώ και τώρα. Συνεπώς, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, όπως το να κάνει ξαφνικά η Τουρκία πίσω ή να αναστηθεί από το πουθενά η οικονομία, οι εκλογές μπορεί να γίνουν από στιγμή σε στιγμή και σε κάθε περίπτωση μόλις κάνει την εμφάνισή της η πιο πάνω χαραμάδα. Μέχρι τότε, θα υφιστάμεθα όλοι αυστηρό εγκλεισμό, ποινές και εμβολιασμούς, μέχρι να «φέξει» πολιτικά του κ. Μητσοτάκη.

Ένα τελευταίο θέμα είναι, μονές ή διπλές εκλογές για να καεί η απλή αναλογική; Με δεδομένο ότι παρήλθε πλέον η δυνατότητα διενέργειας εκλογών με λίστα, αυτό σημαίνει ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική και σταυρό προτίμησης. Όμως αυτό έχει μια άλλη παρενέργεια. Τη δημιουργία ισχυρών προσωπικών βουλευτικών εδρών, που θα περιορίσουν τη δύναμη των πολιτικών αρχηγών. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που λογικά θα πρέπει να οδηγήσει σε διπλές βουλευτικές εκλογές. Όμως, με την ψήφο τώρα πλέον και της Ομογένειας, το κόστος των εκλογών θα είναι δυσβάστακτο και οι διπλές εκλογές θα γονατίσουν πλήρως την οικονομία. Αλλά αυτό μην το λαμβάνετε και τόσο υπόψη, μπροστά στην προσδοκία πολιτικής επικράτησης. Προσωπικά δεν αποκλείω να δω ακόμα και «πάνδημη» τροπολογία του εκλογικού νόμου, σε ότι αφορά στο δεκαοκτάμηνο της λίστας.

ΥΓ. Συγκρατείστε ακόμα αυτό που είπε ο νέος Υπουργός Εσωτερικών κ. Βορίδης σε συνέντευξή του στο Ρ/Σ ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, ότι «στην παρούσα φάση της πανδημίας οι εκλογές είναι άκαιρες και άκυρες». «ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΦΑΣΗ».

 

 

Προσωπικά δεδομένα. Ο μεγάλος εμπαιγμός.

Προσωπικά δεδομένα. Ο μεγάλος εμπαιγμός.

Του Χασάπη Πέτρου

Το σύστημα, μας έχει στη κυριολεξία «βομβαρδίσει» αλλά ταυτόχρονα και αποπροσανατολίσει με τις τόσες πολλές διατάξεις για τα προσωπικά δεδομένα. Πολυάριθμοι νόμοι, Οδηγίες της ΕΕ, διεθνείς συμφωνίες, ακόμα και δημιουργία  ειδικής «Ανεξάρτητης» Αρχής και πάει λέγοντας.

Τη στιγμή που η ολοκληρωτική παγκοσμιοποίηση επιτίθεται αδίστακτα εναντίον των εθνικών κοινωνιών, μετατρέποντάς τες σε μάζες, καθιστώντας ταυτόχρονα το άτομο συνεχώς όλο και πιο πολύ «διάφανο» στον έλεγχο των διαφόρων συμφερόντων και απομονωμένο μέσω του δικαιωματικού ατομοκεντρισμού, ο όλο και πιο πολύ πολύπλοκος μηχανισμός δήθεν προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ρίχνει στάχτη στα μάτια και αποπροσανατολίζει. Θεωρώ επίτηδες.

Στην πράξη, η ιστορία «προσωπικά δεδομένα» είναι μια μεγάλη εξαπάτηση και εμπαιγμός του κόσμου, τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό πεδίο και εξηγούμαι.

Στο νομικό πεδίο, ολόκληρο αυτό το πολύπλοκο νομοθετικό κατασκεύασμα, εξαφανίζεται μονομιάς, λες και δεν υπάρχει, μόνο τη χρήση δύο απλών εννοιών. «Δημόσιο Συμφέρον» και «Συναίνεση».

Σε όλες τις διατάξεις που υποτίθεται ότι προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα του καθενός μας, τίθεται πάντα ως επιφύλαξη, ότι η προστασία αίρεται σε περίπτωση δημοσίου συμφέροντος. Ποιο είναι αυτό το δημόσιο συμφέρον και πότε εξ αιτίας του αίρεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων, συνήθως δεν διευκρινίζεται. Επομένως, τα προσωπικά δεδομένα πάνε στην κυριολεξία περίπατο, όταν η όποια δημόσια αρχή κρίνει ότι πρέπει περιέλθουν σε γνώση της τα προσωπικά δεδομένα του στοχοποιημένου ατόμου.

Σε ότι αφορά στην άλλη έννοια της «συναίνεσης», αυτή ζητείται συνήθως από ιδιωτικούς φορείς, προκειμένου να συναλλαχθεί το άτομο μαζί τους. Οι τράπεζες ζητούν εκ των προτέρων δικαίωμα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα. Το ίδιο οι παντός είδους πάροχοι, internet, κινητής τηλεφωνίας κ.λ.π. Το ίδιο και κάθε διαδικτυακή ψηφιακή πλατφόρμα στην οποία το άτομο ανοίγει λογαριασμό κ.λ.π. Ολόκληρη λοιπόν η οικονομική ελίτ, ζητά τη συναίνεση του ατόμου για πρόσβαση στα προσωπικά του δεδομένα, προκειμένου το άτομο να τύχει των ανωτέρω υπηρεσιών.

Επομένως, από ποιον ακριβώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα; Προφανώς, μόνο μεταξύ απλών ατόμων υπάρχει προστασία, κάτι εξυπηρετεί ακόμα πιο πολύ την απομόνωση και την ατομική εξόντωση. Δεν μπορεί για παράδειγμα ένα άτομο να πληροφορηθεί τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη του, προκειμένου να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, ενώ μπορούν οι τράπεζες, το δημόσιο και οι άρχοντες της οικονομικής ελίτ, μέσω του Ε9 και του ελέγχου των τραπεζικών καταθέσεων. Δεν μπορεί επίσης ο εκμισθωτής να γνωρίζει την προηγούμενη συμπεριφορά του μελλοντικού μισθωτή του και τη φερεγγυότητά του, ενώ μπορούν οι τράπεζες, μέσω «Τειρεσία» να τα γνωρίζουν αυτά τα στοιχεία. Τα παραδείγματα είναι πολλά.

Με λίγα λόγια, τα προσωπικά δεδομένα, φυλάσσονται και προστατεύονται, έναντι των υπολοίπων κοινωνών, μόνο για να τα εκμεταλλεύονται εκ του ασφαλούς, το κράτος και η οικονομική ολιγαρχία, καθώς επίσης, τα τελευταία χρόνια και η γνωστή τρόϊκα. Για ποια λοιπόν προσωπικά δεδομένα μιλάμε;

Στο πραγματικό πεδίο τώρα της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας, τα προσωπικά δεδομένα έχουν πλέον ψηφιοποιηθεί και όσο προχωρούν τα πράγματα συγκεντρώνονται όλο και πιο πολύ σε μια βασική «Ψηφιακή Πύλη». Επομένως: Πρώτον μπορεί με ένα κλικ, κάθε δημόσια αρχή και κάθε οικονομικός ολιγάρχης στον οποίο έχει παρασχεθεί συναίνεση, να δουν όλα τα προσωπικά μας δεδομένα. Δεύτερον, με ποικίλους ψηφιακούς αλγόριθμους που διατρέχουν τις διάφορες πλατφόρμες, μπορούν οι ανωτέρω να δουν οτιδήποτε αφορά ένα άτομο, με ένα μόνο απλό κλίκ. Τρίτον και πέραν των ανωτέρω, υπάρχουν οι χειριστές των ψηφιακών μηχανών, όπου φυλάσσονται προσωπικά μας δεδομένα, που μπορούν ενδεχομένως να τα ερευνήσουν και Τέταρτον, υπάρχουν παντός είδους χάκερς οι οποίοι έχουν τις κατάλληλες γνώσεις και τα εργαλεία και να «σπάσουν» κάθε ψηφιακή γωνιά και να συλλέξουν κάθε είδους προσωπικά δεδομένα.

Μετά από όλα τα ανωτέρω, ποιος άραγε εξακολουθεί ακόμα να πιστεύει στην προστασία των προσωπικών μας δεδομένων; Δυστυχώς, όλα αυτά επιτυγχάνουν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή τώρα πλέον και όσο αναπτύσσεται η ψηφιακή τεχνολογία, το άτομο είναι και θα είναι παντελώς απροστάτευτο και «διάφανο» σε κάθε εκμεταλλευτή.

Οι δικαιωματιστές δεν κάνουν κουβέντα για τα θέματα αυτά. Αντίθετα, ως μίσθαρνα όργανα της παγκοσμιοποίησης ή παρασυρόμενοι αφελείς, προσπαθούν να απομονώσουν το άτομο από την προστασία που του παρέχει το οργανωμένο κοινωνικό σύνολο και η δημοκρατία, και με την καλλιέργεια του ατομοκεντρισμού να μετατρέψουν την κοινωνία σε μάζα, όπου τελικά το άτομο θα είναι εντελώς απροστάτευτο.

ΥΓ. Μέσα στον καινούργιο ψηφιακό κόσμο του διαδικτύου, η μέχρι στιγμής πραγματική προστασία των ψηφιακών δεδομένων των ανθρώπων, μπορεί να παρέχεται μόνο μέσα από την τεχνολογία του blockchain, την οποία και θα πρέπει να αναπτύξουμε. Στο θέμα αυτό θα ήθελα να δω πραγματικά τη γνώμη των γκλομπαλιστών δικαιωματιστών.

28ος και 25ος μεσημβρινός

28ος και 25ος μεσημβρινός

Του Χασάπη Πέτρου

Η Τουρκία έκανε έρευνες με το Oruc Reis στην Αν. Μεσόγειο, ακριβώς στα όρια του 28ου μεσημβρινού και ανατολικά αυτού. Στην ουσία εφάρμοσε ακριβώς τον παλιότερο «Χάρτη Μπάιντεν», που είχε κατασκευαστεί ως δώρο προς τον Ερντογάν, εξ αιτίας της υπόθεσης του «Μαβί Μαρμαρά». Αυτό ας το έχουμε υπόψη μας, καθόσον διαβάζω πολλά άρθρα που προσπαθούν να μαντέψουν τι θα συμβεί επί προεδρίας Μπάιντεν.

Ο χάρτης αυτός, καταργούσε την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα του Καστελλόριζου και όλη την ελληνική ΑΟΖ και ελληνική υφαλοκρηπίδα πέραν και ανατολικά της Ρόδου. Σε αυτή ακριβώς την περιοχή έκανε έρευνες το Oruc Reis και φυσικά ο Ερντογάν περιμένει ένα καταφατικό νεύμα από το νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ, προκειμένου να στείλει και το γεωτρύπανο, ώστε να αφαιρέσει οριστικά από την Ελλάδα όλη αυτή την τεράστια και πλούσια περιοχή.

Όλα λοιπόν αυτά, έχουν να κάνουν με την περιοχή της Αν. Μεσογείου ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Είναι μια περιοχή που πολύ φοβάμαι, ότι η εθνομηδενιστική γκλομπαλιστική ελληνική ελίτ έχει ήδη αποδεχτεί να την εκχωρήσει στο νέο «σουλτάνο» και εκείνο που ζητά, με τη γερμανική συνδρομή,  είναι ένα πρόσχημα διαλόγου, μέσω συμπεφωνημένης με συνυποσχετικό Χάγης, για να μπορέσει να την «πουλήσει» προς κάποιους αφελείς  Έλληνες, ως μια νίκη της ειρήνης και της νομιμότητας στην περιοχή. Όμως ο «σουλτάνος», αντιλαμβανόμενος με τι είδους ακριβώς ψοφοδεή και μειοδοτική ελίτ έχει να κάνει και βλέποντας ότι έχει κερδίσει την Αν. Μεσόγειο, πιέζει πλέον για το απόλυτο «τζακ ποτ». Δηλαδή για τον έλεγχο του μισού Αιγαίου, μέχρι τον 25ο μεσημβρινό, ώστε να πληρωθεί το σχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Φοβάμαι ακόμα, ότι η ψοφοδεής ελληνική ελίτ, έχει ήδη συμβιβασθεί με την ιδέα της συνεκμετάλλευσης του πλούτου που υπάρχει στο Αιγαίο. Γι’ αυτό προφανώς υπέγραψε τις επαίσχυντες συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο, οι οποίες άνοιξαν την «Κερκόπορτα» της μειωμένης ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας των νησιών του Αιγαίου. Με τη αποδοχή μειωμένης επήρειας, δόθηκαν νομικά και όχι μόνο, όπλα στην Τουρκία  να σπάσει την ένωση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μεταξύ των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και έτσι η τουρκική ΑΟΖ να εισρεύσει μέσα στο κεντρικό Αιγαίο, πάνω από την οποία δεν θα τολμάει στο μέλλον να περάσει ελληνικό πλεούμενο ή αεροθούμενο, ό,τι και να λέει περί αυτού το διεθνές δίκαιο.

Αυτά ενδεχομένως είναι αποφασισμένη να παραχωρήσει η ελληνική ελίτ, όμως πλέον το σύνολο των Τούρκων και όχι μόνο ο Ερντογάν, δεν αρκούνται ούτε σ’ αυτό. Θέλουν το μισό Αιγαίο δικό τους. Δεν θέλουν καμία ελληνική στρατιωτική παρουσία στα νησιά ανατολικά του 25ου μεσημβρινού και ήδη απαιτούν πλήρη αποστρατικοποίηση, κατ΄ αρχήν των νησιών που ορίζει η συνθήκη της Λωζάνης και φυσικά στη συνέχεια θα την επιβάλουν και στα υπόλοιπα. Όπως αντιλαμβάνεται ακόμα και ο πιο βλάκας, αν αποστρατικοποιηθούν τα νησιά του Αν. Αιγαίου, τότε κανένα ελληνικό πολεμικό πλοίο ή πολεμικό αεροσκάφος δεν θα μπορεί να κινείται πέρα από τον 25ο μεσημβρινό. Οι Έλληνες των νησιών αυτών δεν θα έχουν καμία προστασία και όπως τα έχει ήδη γεμίσει με ισλαμιστές λαθρομετανάστες, πράκτορες και τζιχαντιστές η Τουρκία, πολύ σύντομα θα πάψουν να είναι ελληνικά. Γνωρίζουμε εξάλλου πολύ καλά τι κάνουν οι Τούρκοι σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η ελληνική ελίτ, μπορεί μεν να είναι ψοφοδεής και προδοτική, με την έννοια ότι προτίθεται να κάνει παραχωρήσεις για να αποφύγει τον πόλεμο που μάλλον θα την ανατρέψει, όμως ηλίθια δεν είναι και προφανώς τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά. Γι’  αυτό τελευταία σπεύδει να αναζητήσει οπλισμό και συμμαχίες. Όμως, οι εξαρτήσεις της από διάφορα διεθνή κέντρα αποφάσεων, την κάνουν συνεχώς να παλινδρομεί επιδεικνύοντας αναποφασιστικότητα στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Σε μια μόνο περίπτωση θα δικαιολογούσα την υποχωρητικότητα και τον φόβο που δείχνει η ελληνική ελίτ. Εάν γνωρίζει με ασφαλή τρόπο, ότι δεν έχουμε τις δυνατότητες και δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε στρατιωτικά την Τουρκία. Αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, τότε και πάλι απόλυτα υπεύθυνη είναι η ίδια που έχει αφήσει τη χώρα ανοχύρωτη και πρέπει τάχιστα, ακόμα και τα δευτερόλεπτα είναι κρίσιμα, να εξασφαλίσει οπλισμό και στρατιωτικές συμμαχίες. Είναι η μόνη πιθανότητα να διασωθεί τόσο η Πατρίδα, όσο και η ίδια.

 

Κοινωνική Δικαιοσύνη και κοινωνική ειρήνη, χωρίς δίκαιη φορολόγηση δεν μπορεί να υπάρξει. 

Κοινωνική Δικαιοσύνη και κοινωνική ειρήνη, χωρίς δίκαιη φορολόγηση δεν μπορεί να υπάρξει. 

Του Χασάπη Πέτρου

Δίκαιο φορολογικό σύστημα και γενικά δίκαιη φορολόγηση δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει, όσο το κράτος αντιμετωπίζει την κοινωνία ως απατεώνα. Όσο αντιμετωπίζει τους πολίτες ως εν δυνάμει φοροκλέφτες. Αν μελετήσουμε με προσοχή φορολογικές διατάξεις, παλιότερες αλλά και νέες, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη ότι πίσω από κάθε διάταξη κρύβεται η  προσπάθεια του κράτους (δίκην «Σέρλοκ Χόλμς») να ανακαλύψει και να τιμωρήσει τον φοροαπατεώνα. Για παράδειγμα, τα τεκμήρια, οι παράλογοι φορολογικοί έλεγχοι έτη πίσω, το εύρος των προστίμων που προάγει τη διαφθορά και τη συναλλαγή και κάθε ανάλογη παράλογη μέθοδος κάνει αυτό ακριβώς.

Ένα ακόμα παράδειγμα είναι η υποχρεωτική (με βάση τις αποδείξεις για τους ηλικιωμένους και μέσω των τραπεζών για τους νεότερους), ανάλωση του 30% του εισοδήματος για συγκεκριμένα αγαθά. Αυτό θεωρώ ότι δεν γίνεται με ειλικρινή πρόθεση της κυβέρνησης για να ελαφρύνει τάχα τον φορολογούμενο από τα έξοδα διαβίωσής του, αλλά γίνεται με στόχο αφενός να εισπράξει φόρους, αφετέρου για να ενισχύσει τους τραπεζίτες, δίνοντάς τους ρευστότητα και δυνατότητα, μέσω μόχλευσης, δημιουργίας χρήματος με δανεισμό.

Έτσι, η κυβέρνηση μετατρέπει τον κάθε πολίτη σε «κυνηγό κεφαλών» εναντίον των συμπολιτών του, για συλλογή φόρων και για ενίσχυση των τραπεζιτών, διαφορετικά καταδικάζει τον πολίτη να πληρώσει αυτός. Η στάση όμως αυτή του κράτους, δεν καλλιεργεί φορολογική συνείδηση στους πολίτες. Τουναντίον τροφοδοτεί την μη εμπιστοσύνη προς το κράτος και την αναζήτηση τρόπων φοροδιαφυγής από τα μέλη της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όχι μόνο δεν καλλιεργεί φορολογική συνείδηση, αλλά ούτε και εισπράττει φόρους, παρά μόνο από τους συνεπείς και από αυτούς που δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν.

Στην πραγματικότητα, το «μεγάλο αφεντικό», δηλαδή η κρατικοδίαιτη παρασιτική οικονομική ελίτ που ελέγχει την πολιτική εξουσία και μέσω αυτής το κράτος, δεν θέλει σε καμία περίπτωση ένα απλό και αντικειμενικό φορολογικό σύστημα, γιατί η πρώτη που θα πρέπει να πληρώσει θα είναι η ίδια. Έτσι εφευρίσκονται διάφορες τεχνικές για να είναι ο απλός πολίτης μόνιμα στην οικονομική «πρέσα» με το στίγμα του εν δυνάμει φοροαπατεώνα. Ταυτόχρονα δε, έτσι υλοποιείται και ο στόχος της «Μεγάλης Επανεκκίνησης» που είναι η καταστροφή της μεσαίας τάξης, η οποία και αποτελεί το στήριγμα του έθνους.

Μοναδικός τρόπος, αφενός δίκαιης φορολόγησης αφετέρου απόλυτης συλλογής των φόρων, μέχρι και του τελευταίου ευρώ, είναι η θέσπιση ενός φορολογικού συστήματος «εσόδων – εξόδων». Ήτοι της άμεσης φορολόγησης του πραγματικού καθαρού εισοδήματος, μετά την αφαίρεση των διαφόρων εξόδων, για τα οποία έχουν ήδη πληρωθεί οι έμμεσοι φόροι, με ενιαίο χαμηλό φορολογικό συντελεστή για φόρο εισοδήματος, φόρο κερδών και ΦΠΑ. Ένα σύστημα δηλαδή το οποίο θα αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο, επιχειρήσεις, επαγγελματίες και νοικοκυριά. Με τον τρόπο αυτό, η αφαίρεση των εξόδων από το εισόδημα, δεν θα γίνεται όπως τώρα, δηλαδή με στόχο να συλληφθεί αυτός που δεν εξέδωσε απόδειξη, αλλά με το σκοπό να αφαιρεθούν από τον κάθε φορολογούμενο τα έξοδά του (όπως ακριβώς γίνεται με τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες) και  μετά να φορολογηθεί το καθαρό εισόδημα.

Στα πλαίσια αυτά όμως, θα πρέπει να αφαιρούνται όλα τα έξοδα, είτε αυτά αφορούν αγορά καταναλωτικών αγαθών, είτε πληρωμές ΔΕΚΟ, είτε αγορά παγίων κ.λ.π. Ειδικά τώρα που η κυβέρνηση θεσμοθέτησε τη χρεοκοπία του απλού φυσικού προσώπου (σαν να είναι έμπορος ή εμπορική εταιρία) και προκειμένου να επέλθει αποκατάσταση της διασαλευθείσας συνταγματικής τάξης, θα πρέπει και το κάθε φυσικό πρόσωπο να μπορεί να αφαιρεί τα παντός είδους έξοδά του από τα έσοδα, όπως και ο επαγγελματίας που έχει πτωχευτική ικανότητα.

Αν λοιπόν το Κράτος θέλει να τεθεί στην υπηρεσία της κοινωνίας και όχι να συμπεριφέρεται ως κατοχικό και αρπακτικό κράτος, αν θέλει να πληρώνουν όλοι ανεξαιρέτως τους φόρους τους (με λογικούς και δίκαιους φορολογικούς συντελεστές) και όχι να εξυπηρετεί μόνο την άρχουσα οικονομική ελίτ εξαθλιώνοντας το λαό, αν θέλει να εμπεδωθεί η Κοινωνική Δικαιοσύνη, θα πρέπει να αρχίσει από ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα. Αυτό θα ήταν μια καλή αρχή για την κοινωνικοποίηση του κράτους και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.