Category: Κυριο Θέμα

«Και αν χάσετε;»

«Και αν χάσετε;»

Του Πέτρου Χασάπη
Το ερώτημα αυτό φέρεται (στα ΜΜΕ) να απηύθυνε ο πρόεδρος των ΗΠΑ κ. Τράμπ προς τον Έλληνα πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη, κατά την πρόσφατη επίσκεψη στις ΗΠΑ, όταν ο τελευταίος είπε προς τον κ. Τράμπ ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει εάν οι Τούρκοι παραβιάσουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Πριν λίγο καιρό ο Υπουργός των Εξωτερικών των ΗΠΑ κ. Πομπέο, χαρακτήρισε την συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης ως «προκλητική» και όχι παράνομη, ανυπόστατη, άκυρη. Δηλαδή στην ουσία είπε προς τη Διεθνή Κοινότητα, ότι η πιο πάνω συμφωνία είναι νόμιμη και έγκυρη, πλην όμως ήταν απλά προκλητική.

Προς επίρρωση της άποψης αυτής της αμερικανικής κυβέρνησης, ο πρέσβης των ΗΠΑ κ. Πάϊατ δήλωσε πως τα ακατοίκητα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα.

Είναι πολιτικά ανόητος πλέον, όποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι οι αμερικανοί, όχι μόνο έχουν δώσει «πράσινο φως» στην Τουρκία, αλλά ταυτόχρονα της υποδεικνύουν και που ακριβώς να κάνει έρευνες και γεωτρήσεις. Δεν συζητάμε φυσικά για τους Γερμανούς, οι οποίοι δεσπόζουν στην Ευρώπη και είναι έτσι κι αλλιώς φίλοι των Τούρκων.

Το μέλλον λοιπόν που μας ετοιμάζουν, οι κατ’ ευφημισμό «σύμμαχοι», κινείται μεταξύ εθνικού εξευτελισμού και πολεμικής σύγκρουσης, προβλέποντας οι ίδιοι την καταστροφή μας. Μας καλούν δε να επιλέξουμε μεταξύ των δύο και μας ρωτούν: “Και αν χάσετε;”, υποδεικνύοντάς μας εμμέσως πλην σαφώς τον εθνικό εξευτελισμό. Δηλαδή, να καθίσουμε σε ένα τραπέζι και να μοιράσουμε με τους Τούρκους τη δική μας περιουσία, είτε με απευθείας διαπραγματεύσεις, είτε με μια προκατασκευασμένη προσφυγή στη Χάγη.

Θέλω να πιστεύω ότι εμείς ως Έλληνες θα επιλέξουμε το δρόμο της Τιμής και όχι του εξευτελισμού.

 

 

Πως η ΝΔ καταστρέφει τη μεσαία τάξη και εξυπηρετεί τραπεζίτες και ολιγάρχες

Πως η ΝΔ καταστρέφει τη μεσαία τάξη και εξυπηρετεί τραπεζίτες και ολιγάρχες

Του Πέτρου Χασάπη
Δεν έχω πρόθεση να αναλύσω εδώ ολόκληρο το σχέδιο της νεοφιλελεύθερης ΝΔ για την διάλυση της μεσαίας τάξης. Το κάνω εξάλλου κάθε φορά που τίθεται κάποιο σχετικό θέμα. Θα περιοριστώ προς το παρόν μόνο στην επιβολή δια της κρατικής βίας, της υποχρέωσης για αγορές με ηλεκτρονικές αποδείξεις τουλάχιστον 30% του αποκτηθέντος εισοδήματος.

Τα ίδια ακριβώς έκανε και ο ΣΥΡΙΖΑ εναντίον της μεσαίας τάξης. Η διαφορά μεταξύ τους έχει καθαρά ιδεολογική στόχευση. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ εσκεμμένα διέλυε τη μεσαία τάξη για να δημιουργήσει ένα εξαθλιωμένο προτελαριάτο, η δε ΝΔ διαλύει τη μεσαία τάξη για να εξυπηρετήσει τους ολιγάρχες. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο. Νεοαριστεροί και Νεοφιλελεύθεροι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η μεσαία τάξη, από τη φύση της είναι αδύνατο να οργανωθεί και να αντιδράσει δυναμικά. Αντίθετα οι ολιγάρχες, επειδή είναι λίγοι και ισχυροί, με έντονα συμφέροντα, μπορούν κάλλιστα να συνεννοηθούν μεταξύ τους αλλά και με διεθνείς παράγοντες και να καθυποτάξουν οποιαδήποτε εθνική κυβέρνηση Αριστερή η Δεξιά. Το έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό και υπέκυψε, το υπηρετεί τώρα, ως εκ της ιδεολογίας της, η ΝΔ.

Ας πάρουμε όμως ένα απλό παράδειγμα για να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει με το 30%. Υποθέτουμε ότι έχουμε έναν εισοδηματία της μεσαίας τάξης, που εισπράττει από μισθώματα 2.000 ευρώ το μήνα. Αυτός καταβάλει φόρο για αυτά τα μηνιαία μισθώματα 480 ευρώ το μήνα. Τον υποχρεώνει λοιπόν η ΝΔ να κάνει με το ζόρι και αγορές μέσω τραπεζών 600 ευρώ το μήνα, για τα οποία θα πληρώσει μηνιαίως ΦΠΑ 144 ευρώ. Ταυτόχρονα θα πληρώσει το λιγότερο ανάλογο μηνιαίο ΕΝΦΙΑ 100 ευρώ, οπότε έχουμε ένα σύνολο φόρων 724 ευρώ το μήνα. Θα πρέπει επιπλέον να καταναλώσει υποχρεωτικά μέσω τραπεζών και 600 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), οπότε, από τα 2.000 ευρώ, θα του μείνουν στα χέρια μόνο 820 ευρώ. Αν μάλιστα έχει υποχρέωση να εξοφλεί κάποιο δάνειο, τότε δεν θα μείνει στα χέρια του ούτε ευρώ.

Τίθεται το ερώτημα: Θα γίνονται αγορές ηλεκτρονικά για κάθε είδους εισοδήματος; Όχι φυσικά, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται εισοδήματα από μερίσματα, τόκους, κέρδη από χρηματοπιστωτικά προϊόντα, από μετοχές κ.λ.π., δηλαδή εξαιρούνται τα κέρδη των ολιγαρχών. Εντάξει, θα πει κάποιος, αυτό μας πείραξε; Θα μας πειράξει όμως πιο πολύ, όταν δούμε ότι η υποχρέωση για αγορές με ηλεκτρονικές αποδείξεις δεν υφίσταται για ετήσια εισοδήματα πέραν των 66.667 ευρώ. Δηλαδή αυτός που βγάζει εκατομμύρια το μήνα, υποχρεούται να κάνει αγορές με ηλεκτρονικές αποδείξεις μόνο μέχρι το τμήμα του εισοδήματός του, εκείνο των 66.667 ευρώ και πάλι με τις πιο πάνω απαλλαγές. Τις υπόλοιπες δοσοληψίες του, μπορεί άνετα να τις κάνει με μετρητά, τα οποία μπορεί να είναι «μαύρα» και να αποφεύγει έτσι να πληρώσει κάθε σχετικό φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ κ.λ.π.

Τα ίδια ακριβώς σκοπεύει να κάνει η νεοφιλελεύθερη ΝΔ και με το ασφαλιστικό. Και αυτός που έχει μηδενικό εισόδημα και αυτός που κερδίζει εκατομμύρια το μήνα, θα πληρώνουν ακριβώς τα ίδια ασφάλιστρα. Μόνο που αυτός που βγάζει εκατομμύρια, θα έχει τη δυνατότητα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών και ως εκ τούτου της πλήρους και άνετης κάλυψης και εξυπηρέτησής του.

Γιατί όμως η ΝΔ έβαλε το 30%; Το έκανε τάχα για να πατάξει τη φοροδιαφυγή; Μάλλον όχι. Πιστεύω ότι το έκανε για να εξυπηρετήσει τους τραπεζίτες. Για να εμφανίζουν δηλαδή διαθέσιμα και ρευστότητα οι τράπεζες και να μπορούν, μέσω της μεθόδου της μόχλευσης να χορηγούν δάνεια, υποχρεώνοντας εμάς τα «φορολογούμενα υποζύγια» της μεσαίας τάξης να συνεχίζουμε να διασώζουμε τις τράπεζες και δια αυτού του τρόπου.

Παλιά, μας μάθαιναν στο σχολείο (και οι σχετικές εκθέσεις έπεφταν βροχή), για τα οφέλη της αποταμίευσης. Όμως κανένας δεν μας είπε την αλήθεια, ότι δηλαδή η αποταμίευση, μέσω τραπεζικών καταθέσεων, στην ουσία εξυπηρετούσε τα κέρδη των τραπεζών, οι οποίες μέσω των δικών μας χρημάτων παρήγαγαν νέο χρήμα, από αέρα κοπανιστό. Σήμερα, η νεοφιλελεύθερη ΝΔ δεν αναλώνεται και δεν χάνει το χρόνο της με τέτοιες προπαγάνδες. Με το πρόσχημα της δήθεν πάταξης της φοροδιαφυγής, υποχρεώνει μέσω της κρατικής βίας τους δύστυχους Έλληνες πολίτες, να διακινούν κάθε συναλλαγή τους μέσω των τραπεζών και έτσι λύνει το πρόβλημα. Και διασώζει τις τράπεζες και τους δίνει και κέρδη.

Και όποιος πολίτης δεν θέλει να καταναλώνει το 30% του μηνιαίου εισοδήματος, αλλά θέλει να κάνει κάποια οικονομία, οδηγείται δια της βίας στην οικονομική του διάλυση, στη διάλυση της μεσαίας τάξης!

ΥΓ Τελικά, όλα αυτά θα οδηγήσουν τους πολίτες σε μεγαλύτερη φοροδιαφυγή, προκειμένου μάλλον να καταφέρουν να επιβιώσουν, παρά να κερδίσουν.

 

 

Να δημιουργήσουμε Εθνοφυλακή σε Αν. Αιγαίο και Έβρο τώρα.

Να δημιουργήσουμε Εθνοφυλακή σε Αν. Αιγαίο και Έβρο τώρα.

Του Πέτρου Χασάπη
Απτόητος ο Ερντογάν στέλνει στρατό στη Λιβύη. Μόνο αφελείς πλέον πιστεύουν ότι δεν θα επέμβει στην ελληνική ΑΟΖ. Ας… ετοιμαζόμαστε λοιπόν.

Η κυβέρνηση να αφήσει τις πολιτικές ανοησίες για διεθνές δίκαιο, Χάγη κ.λ.π. Αν θέλει εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, να φροντίσει τάχιστα, αφενός να εξοπλίσει τη χώρα, αφετέρου να δημιουργήσει Τάγματα Εθνοφυλακής δίνοντας όπλα και εκπαιδεύοντας τους πολίτες σε Αν. Αιγαίο και Έβρο. Μην αφήσει τους πολίτες έρμαιο στα χέρια των Τούρκων. Αν δεν το κάνει αυτό, θα ζήσουμε νέο 1922. Ο Ερντογάν υπερηφανεύεται συνέχεια ότι το 1922 πέταξαν τους προγόνους μας στη θάλασσα και μάλλον θα επιχειρήσει να το επαναλάβει.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας, πως όσες βόμβες και πύραυλοι και να πέσουν, κανένα εδαφικό τμήμα δεν καταλαμβάνεται, αν δεν πατήσει μέσα η μπότα του εχθρού. Αυτή η μπότα δεν πρέπει να πατήσει σε κανένα τμήμα εδάφους ή θάλασσας της Πατρίδας μας. Επομένως, ταχύτατα δημιουργία Εθνοφυλακής στα νησιά του Αν. Αιγαίου και στον Έβρο (για να μην πω για ολόκληρη τη χώρα), τώρα πριν να είναι αργά.

 

 

 

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; –  Όρκος των πολιτικών.

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; – Όρκος των πολιτικών.

Του Πέτρου Χασάπη
Την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για την αναθεώρηση του Συντάγματος η πρώτη ενότητα των άρθρων εκείνων που αφορούν τη Χριστιανική θρησκεία και τον θρησκευτικό όρκο (άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2).

Εισηγητής από την πλευρά του κόμματος της Ελληνικής Λύσης ήταν ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Χήτας, ο οποίος είπε τα εξής:

«Το Σύνταγμά μας δεν είναι ένα αμιγώς νομοτεχνικό κείμενο. Είναι συνυφασμένο με την ιστορία της πατρίδας μας, τον πολιτισμό μας, τη θρησκευτική συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και τις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821.

Στο πέρασμα των ετών, αλλά και των γεγονότων που συνέβησαν και σημάδεψαν την ιστορία μας και την πορεία μας, υπήρξαν πολλά συντάγματα, τα οποία στη συνέχεια αναθεωρήθηκαν, αλλά και επικρίθηκαν, γι’ αυτό και εξάλλου εγκαταλείφθηκαν.

Δεν στάθηκαν, προφανώς, ικανά να αποτρέψουν καταστάσεις που υπήρξαν καταστροφικές για τη χώρα και το λαό.

Για παράδειγμα, το Σύνταγμα του 1957 δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει τη Δικτατορία του 1967. Το σημερινό Σύνταγμα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας αναθεωρήθηκε το 2008. Δεν στάθηκε, όμως, ικανό να αποτρέψει τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, τη χρεοκοπία της χώρας και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Καμία από τις τρεις αναθεωρήσεις δεν απέτρεψε την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας, αλλά και την υποχωρητικότητα της χώρας έναντι των εθνικιστικών γειτόνων μας βόρεια και ανατολικά.

Εν έτη 2019, λοιπόν, και με βαριά τη σκιά όλων αυτών των εθνικών αποτυχιών, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε το ισχύον Σύνταγμα για τέταρτη φορά.

Δυστυχώς, τα πρώτα δείγματα γραφής δεν είναι ενθαρρυντικά. Διαπιστώνω πως δεν δείχνουμε τη γενναιότητα να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε ρότα. Συνεχίζουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Συνεχίζουμε λες και η Ελλάδα δεν διανύει μια διαφορετικού είδους κατοχή τόσο σε οικονομικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Στη Δημοκρατία και στην πολιτική η διαφωνία είναι αναμενόμενη και μέσα από αυτήν προκύπτουν και οι λύσεις. Είναι άλλο, όμως, η διαφωνία και άλλο η πολιτική σκοπιμότητα.

Για να είμαστε πραγματικά υπερήφανοι για τις υπογραφές μας, αυτές που θα μπουν κάτω από αυτή την αναθεώρηση του Συντάγματος, οφείλουμε να ξεπεράσουμε μικρές ή μεγάλες σκοπιμότητες πολιτικές, να συνειδητοποιήσουμε γιατί το Σύνταγμα δεν βοήθησε να αποτραπεί η χρεοκοπία, γιατί δεν παρείχε εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μη φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση.

Μόνο έτσι η συνταγματική Αναθεώρηση θα διορθώσει αδύνατα σημεία του Συντάγματος και θα συμβάλλει αποτελεσματικά για το Κράτος, για την κοινωνία, για τον άνθρωπο.

Μέχρι στιγμής μοιάζει, πάντως, να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τις αποτυχίες του παρελθόντος.

Ας έρθουμε τώρα στα θέματα της σημερινής ενότητας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Στην προτείνουσα Βουλή, λοιπόν, και αναφορικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πιστή στον διεθνιστικό της προσανατολισμό και στη μεθόδευση ατόνησης, φυσικά, του εθνικού κράτους και των εθνικών χαρακτηριστικών του Κράτους και της κοινωνίας, υποστήριξε την αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 3 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση της θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Προτείνει το άρθρο 3 να συμπτυχθεί σε μια παράγραφο και ως λόγο για τη συγκεκριμένη αναθεώρηση προβάλλει το ότι πρέπει να είναι συνταγματικά σαφές πως η ρύθμιση του άρθρου 3 δεν προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Κατ’ αρχάς, να επισημάνω μία σύγχυση ιδεών και εννοιών στο σημείο αυτό. Η ουδετερότητα δεν ταυτίζεται με την ελευθερία και, επομένως, η έννοια της θρησκευτικής ουδετερότητας δεν ταυτίζεται με τη θρησκευτική ελευθερία. Το Σύνταγμά μας προστατεύει πανηγυρικά τη θρησκευτική ελευθερία. Είναι το άρθρο 13 παράγραφος 1, το οποίο, μάλιστα, με βάση το άρθρο 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος, δεν αναθεωρείται.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 3, έτσι όπως είναι διαμορφωμένη, δεν συνάγεται ότι προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» έχει πραγματική διάσταση. Αναφέρεται ως «επικρατούσα» με την έννοια ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και όχι με την έννοια ότι υπερτερεί, ότι προηγείται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε επίπεδο θρησκευτικής συνείδησης.

Επιπλέον, ο όρος «επικρατούσα» έχει ιστορικές καταβολές. Συνδέεται με τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων. Δεν μπορούν να ξεχνιούνται σημαντικές στιγμές της ιστορίας μας. Πώς να το κάνουμε; Το «Κρυφό Σχολειό», όπου η παπάς ήταν δάσκαλος, ήταν τρόπος διατήρησης της εθνικής μας συνείδησης και ταυτότητας. Και εκεί, όπως και πολύ πριν και μετά τα ελληνόπουλα διδάχθηκαν τις αρχές της Ορθοδοξίας.

Άλλο, βέβαια, είναι το ζήτημα των οικονομικών στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό, το οποίο εκφεύγει του νοήματος και του σκοπού του άρθρου 3. Οι τέτοιου είδους εναλλακτικές δεν εμπίπτουν στο Σύνταγμα. Αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης κατώτερου, φυσικά του Συντάγματος, κανόνα δικαίου.

Πρέπει, όμως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί κατά τη διάρκεια της κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η όποια αναθεώρηση του κορυφαίου νόμου της πατρίδας μας πρέπει να γίνεται με φειδώ και με περίσκεψη και όχι απλά να αναθεωρούμε για να δείξουμε απλώς έργο. Δεν πειραματιζόμαστε με το Σύνταγμα. Δεν γίνεται έτσι απλά να ισοπεδώνουμε τα πάντα με το επιχείρημα της ουδετερότητας.

Γι’ αυτό, άλλωστε, στην Ελληνική Λύση πιστεύουμε πως είναι περιττή η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης περί διευκρίνισης της «επικρατούσας θρησκείας». Πραγματικά, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που χρειάζεται αναθεώρηση στο άρθρο 3. Μήπως το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη, δογματικά με τη μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, όπως και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού; Μα, η ίδια η διάταξη κάνει λόγο για δογματική ένωση.

Ποιον, άραγε, ενοχλεί αυτός ο σύνδεσμος της Ελλάδος με το Φανάρι, ειδικά σήμερα που οι σχέσεις μας με τη γείτονα χώρα βρίσκονται σε ένα οριακό σημείο;

Το ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις, αλλά και ότι είναι αυτοκέφαλη, δεν αποτελεί υπονόμευση του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά επισημαίνει και πλαισιώνει το ρόλο, το σκοπό και το πώς λειτουργεί η Εκκλησία.

Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η ειδική μνεία, μέσω της παραγράφου 2 του άρθρου 3, περί ύπαρξης εκκλησιαστικού καθεστώτος σε ορισμένες περιοχές του Κράτους. Η διάταξη αναφέρεται σε άλλα καθεστώτα, όπως η Εκκλησία της Κρήτης, όχι, όμως, του Αγίου Όρους, μιας και για την Αθωνική Πολιτεία υπάρχει ειδική διάταξη στο Σύνταγμα, το άρθρο 105.

Τίποτα, λοιπόν, δεν μένει αρρύθμιστο, δεν αφήνεται τίποτα στην τύχη του. Γι’ αυτό και είναι νομικά και νομοτεχνικά λάθος να αφαιρούνται διατάξεις αποσπασματικά από το Σύνταγμα. Αντίθετα, θα πρέπει να γίνεται συνολική επισκόπηση και θεώρηση του συνταγματικού κειμένου.

Σχετικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 13 του Συντάγματος και πέραν των όσων ειπώθηκαν παραπάνω σε σχέση με τη θρησκευτική ελευθερία, η συνταγματική πρόβλεψη στο συγκεκριμένο άρθρο της καθιέρωσης του πολιτικού όρκου θα σήμαινε αλλαγές και σε άλλα άρθρα του Συντάγματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τη συνταγματική κατοχύρωση του πολιτικού όρκου ως έκφραση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Θεωρεί πως αν ο θρησκευτικός όρκος είναι υποχρεωτικός, αντίκειται στη θρησκευτική ελευθερία. Συνεπώς, δεν μπορεί με το πρόσχημα της θρησκευτικής ουδετερότητας να επιχειρούμε να αναθεωρήσουμε άλλα μέρη του Συντάγματος, που έχουν διαφορετικό σκοπό και ρυθμίζουν διαφορετικά αντικείμενα.

Στο τρίτο μέρος του Συντάγματος «Οργάνωση και λειτουργίες της πολιτείας» και ειδικότερα στο δεύτερο τμήμα ρυθμίζονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το άρθρο 33 παράγραφος 2 ρητά προβλέπει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίδει θρησκευτικό όρκο με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος άρχοντας του ελληνικού Κράτους. Είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Βάσει του άρθρου 36 είναι αυτός που εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος και σύμφωνα με το άρθρο 45 είναι ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Αυτές και μόνο, λοιπόν, είναι κάποιες ιδιότητες και αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και ο καθένας εύκολα αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητά του ως προς τον θεσμό, αλλά και ως εκπροσώπου της χώρας μας. Οι ιδιότητές του δεν έχουν να κάνουν με την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά με την άσκηση πράξεων κρατικής κυριαρχίας και εκπροσώπησης της χώρας μας.

Η Ελληνική Λύση ακράδαντα πιστεύει ότι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να δίδει θρησκευτικό και μόνο όρκο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας προσδίδουν ένα κύρος, αλλά είναι και ύψιστη ευθύνη, που εξ ορισμού μόνον θρησκευτικό όρκο συνεπάγονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι έκφραση αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά έκφραση συνειδητοποίησης του υψηλού αισθήματος ευθύνης και πίστης απέναντι στην πατρίδα που πρέπει να έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η Ελληνική Λύση δεν διαπραγματεύεται τη θέση και το ιερό καθήκον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος σύμφωνα με το Σύνταγμα δίδει μόνο θρησκευτικό όρκο.

Αντίστοιχα, πρεσβεύουμε και για το άρθρο 59 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που προβλέπει τον θρησκευτικό όρκο για τους Βουλευτές, οι οποίοι αναλαμβάνουν καθήκοντα.

Όσον αφορά τους Βουλευτές, ο θρησκευτικός όρκος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη σημαντικότητα των καθηκόντων των Βουλευτών. Γι’ αυτό και υποστηρίζουμε ότι και η παράγραφος 2 του άρθρου 59 δεν χρήζει αναθεώρησης. Η βουλευτική ιδιότητα και το καθήκον του Βουλευτή δεν διαφοροποιούνται στην περίπτωση που ο Βουλευτής είναι αλλόθρησκος ή ετερόδοξος, ούτε βέβαια είναι ήσσονος σημασίας ο θρησκευτικός όρκος ετερόδοξου ή αλλόθρησκου. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι η θρησκευτική ελευθερία; Αυτό δεν είναι έκφραση θρησκευτικής συνείδησης, αυτό που ζητάτε;

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, υποστηρίζουμε ότι τα άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2 του Συντάγματος πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, ενόψει του ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από την προτείνουσα Βουλή, ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των άρθρων που πρόκειται να αναθεωρηθούν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όχι μόνο στη σημερινή ενότητα ως προς την αναθεώρηση άρθρων, αλλά και για το σύνολο των προς αναθεώρηση άρθρων διαφαίνεται ότι θα υπάρξουν έντονες διαφωνίες. Πρόκειται για διαφωνίες που διατυπώνονται απλώς για μικροπολιτικούς λόγους. Με αυτήν τη λογική, όπως είπα, η χώρα χρεοκόπησε, αλλά μυαλό δεν βάλαμε.

Ήδη από τη χθεσινή ημέρα φάνηκαν τα ιδεολογικά οχυρά μεταξύ νεοαριστεράς και νεοδεξιάς. Κακοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, που αναπαράγουν το ξεπερασμένο από το πραγματικά εθνικό δίπολο Αριστεράς και Δεξιάς. Προφανώς και δεν έχουν κάτι άλλο να πουν. Έχουν, δε, την ψευδαίσθηση ότι με το παρωχημένο αυτό δίπολο μπορούν να παραπλανούν και να αποπροσανατολίζουν τον ελληνικό λαό. Αυτή η στείρα αντιπαράθεση έχει περάσει στο πολιτικό τους DNA. Όπως, όμως, είπα και χθες, τόσο η νεοαριστερά, όσο και η νεοδεξιά στο παρασκήνιο επί της ουσίας ταυτίζονται απόλυτα στα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης και έχουν τα ίδια διεθνή αφεντικά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είπα και εχθές ότι το σύγχρονο πολιτικό δίλημμα δεν είναι «αριστερά και δεξιά». Είναι διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη μία και οι πατρίδες από την άλλη, διεθνής οικονομική ελίτ από το ένα μέρος και οι εθνικές κοινωνίες από το άλλο μέρος. Αυτό το δίλημμα υπηρετούμε εμείς και σας καλούμε σε αυτό το πραγματικό, πλέον, δίλημμα να επικεντρωθούμε. Το δίλημμα αυτό άρχισε πλέον να καλλιεργείται από την εξωσυστημική πνευματική ελίτ της χώρας μας, αλλά και όλων των χωρών του πλανήτη και βρίσκεται ήδη σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον λαό. Ας μην το κρύβουμε από τον ελληνικό λαό.

Από χθες, λοιπόν, άρχισε μια συζήτηση, η οποία είδα να αναπαράγεται και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, για το ζήτημα εάν η προτείνουσα Βουλή δεσμεύει με τις κατευθύνσεις της την αναθεωρητική Βουλή ή αν η παρούσα αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται μόνο από τις προς αναθεώρηση διατάξεις και όχι από τις κατευθύνσεις.

Και μέσα από όλα αυτά, τέθηκε το ζήτημα ότι η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί, υποτίθεται, ο λαός. Ακούστε την υποκρισία. Δηλαδή η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί ο λαός!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας σταθούμε ειλικρινείς. Ερωτώ ευθέως: Θέλετε, δηλαδή, να μας πείτε ότι ο λαός γνώριζε τις λεπτομέρειες της πρότασης για την αναθεώρηση και τοποθετήθηκε ανάλογα στις πρόσφατες εκλογές; Μα, μόλις χθες ο κ. Λοβέρδος, αν δεν κάνω λάθος, είπε πως αυτά που συζητήθηκαν στην πρώτη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, έμειναν μέσα στους τοίχους της Βουλής και δεν πέρασαν στον λαό.

Εμείς, μάλιστα, ως υποψήφιοι Βουλευτές της Ελληνικής Λύσης τότε, προσπαθούσαμε να θέσουμε τα θέματα της συνταγματικής αναθεώρησης και στα διάφορα πάνελ των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όταν φυσικά αυτά μας προκαλούσαν, αλλά οι δημοσιογράφοι άλλαζαν κουβέντα.

Πότε, λοιπόν, ενημερώθηκε ο ελληνικός λαός για τις συγκεκριμένες προτάσεις αναθεώρησης, ώστε να τοποθετηθεί ανάλογα στις εκλογές; Δηλαδή, θέλετε να πούμε ότι ψήφισε στις εκλογές ο ελληνικός λαός με βάση αυτό! Δεν γίνονται αυτά.

Ας πάψουμε, λοιπόν, να επικαλούμαστε ότι ο λαός γνώριζε. Ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς απέναντι στον κόσμο.

Όταν ο λαός ψηφίζει, ψηφίζει κυβέρνηση με βάση κομματικά και ιδεολογικά κριτήρια και δεν γνωρίζει ούτε λαμβάνει υπόψη του τις προς αναθεώρηση διατάξεις. Αυτή είναι η αλήθεια και τη γνωρίζουμε όλοι. Ο λαός θα αποφάσιζε πραγματικά σχετικά με τις προς αναθεώρηση διατάξεις μόνο αν αυτό γινόταν με δημοψήφισμα.

Όποιος, λοιπόν, πραγματικά πιστεύει στον ελληνικό λαό και θέλει να εμπλέξει τον ελληνικό λαό στην αναθεωρητική διαδικασία, ιδού η Ρόδος ιδού και το δημοψήφισμα. Πριν βιαστείτε να κρίνετε, όμως, ομιλώ για ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα.

Σήμερα, λοιπόν, μιλάμε για ένα πολύ καυτό θέμα, αυτό των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας και σχετικών θεμάτων για τα οποία ήδη άρχισαν οι διαφωνίες. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλα τέτοια θέματα. Θα υπάρξουν πάλι διαφωνίες. Και στο τέλος της ημέρας η κυβερνητική πλειοψηφία -όπως συμβαίνει πάντα- θα ψηφίσει ό,τι θέλει.

Λέω, λοιπόν, ότι τις διαφωνίες αυτές μπορεί άνετα να τις επιλύσει ο ίδιος ο λαός με ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα, για να δούμε, επιτέλους, ποια είναι η άποψή του πάνω στα σοβαρά θέματα, ποια είναι η άποψή του στα θέματα εθνικής σπουδαιότητας και έπειτα η κυβερνητική πλειοψηφία ας πράξει ό,τι νομίζει.

Στο σημείο αυτό θα επικαλεστώ τα λόγια του πρώην Προέδρου της Βουλής, του κ. Βούτση, από σχετική συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Βουλής, στην οποία ήταν και εν ενεργεία Πρόεδρος. Επειδή ως δημοσιογράφος αναφέρω πάντα τις πηγές μου, τη συνέντευξη αυτή την ανακάλυψα στη σελίδα vouliwatch.gr.

Μίλησε τότε ο κ. Βούτσης για «έναν συμβουλευτικό ή επικουρικό ρόλο στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης που θα έχει η οποιαδήποτε προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ο κ. Βούτσης ότι αν προκύψουν σοβαρά επιμέρους προβλήματα για τα νερά, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τους διακριτούς ρόλους κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει γι’ αυτά τα θέματα να υπάρχουν γνωμοδοτικές διαδικασίες, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από το πώς θα υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση».

Επομένως, μπορούμε εδώ να συμφωνήσουμε ότι για μείζονα θέματα που θα προκύψουν διαφωνίες στην παρούσα διαδικασία, να ζητήσουμε, τουλάχιστον, τη γνώμη του λαού.

Πέρα από αυτό, έχει υποστηριχθεί επιστημονικά και η δυνατότητα ακόμα και ενός δεσμευτικού χαρακτήρα δημοψηφίσματος στην αναθεωρητική διαδικασία, έτσι όπως αυτή ισχύει στο Σύνταγμά μας, με βάση το ισχύον άρθρο 110.

Σχετικά έχουν αναπτυχθεί τρεις θεωρίες: Η θεωρία του αποκλεισμού του δημοψηφίσματος, η θεωρία της υποκατάστασης της αναθεωρητικής διαδικασίας από το δημοψήφισμα και η θεωρία –τρίτον- του συγκερασμού δημοψηφίσματος και αναθεωρητικής διαδικασίας. Κρατούσα είναι η θεωρία του αποκλεισμού.

Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η τρίτη θεωρία, η θεωρία του συγκερασμού, η οποία συνδυάζει την αυστηρότητά του Συντάγματος από τη μία, με τη λαϊκή συμμετοχή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το δημοψήφισμα μπορεί να ενταχθεί είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, για να κριθεί από τον λαό και η απόφαση που έχει ληφθεί από τη Βουλή.

Με τον τρόπο αυτό, η αναθεώρηση, αν θέλετε, γίνεται ακόμα δυσκολότερη και μάλιστα, όχι μόνο ξεφεύγει από τα στενά κομματικά πλαίσια και τα μικροκομματικά συμφέροντα, αλλά θα αναγκάσει όλα τα κόμματα να συνεργαστούν με ειλικρίνεια, προκειμένου να μην εκτεθούν απέναντι στον λαό, παρουσιάζοντας μια προοπτική που θα δίνει πραγματικές προοπτικές στη δημοκρατία και το μέλλον.

Πολλά, λοιπόν, μπορούν να γίνουν, όπως και η μη κρατούσα αυτή τη στιγμή θεωρία να γίνει κρατούσα, φτάνει να το θέλουμε. Όμως, το ερώτημα είναι αν θέλει το πολιτικό προσωπικό –και, εν προκειμένω, εκείνο της κυβερνώσας παράταξης- να εμπλέξει τον λαό στην αναθεωρητική διαδικασία ή αν θέλει τελικά να κρατήσει σφιχτά και στεγανά το Σύνταγμα στην πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Δυστυχώς, φοβάμαι ότι θα γίνει το τελευταίο».

 

 

Η νέα Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ. Τι μας κρύβει.

Η νέα Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ. Τι μας κρύβει.

Του Πέτρου Χασάπη
Η καρδιά της διακήρυξης του Νέου ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα, είναι το πιο κάτω βασικό δίλημμα της νέας εποχής, όπως το ονομάζει:

«Ή ο γερασμένος κόσμος του ύστερου καπιταλισμού θα εξακολουθεί να καταστρέφει εκατομμύρια ανθρώπους, κοινωνίες, λαούς, το κλίμα, την ίδια τη γη, το κοινό μας σπίτι. Ή οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ενός νέου διαφωτισμού, ενός νέου ανθρωπισμού και πολιτισμού, μιας ευρύτατης κοινωνικής συμμαχίας και αντίστασης, με την Αριστερά σε θέση ευθύνης και μάχης ανάμεσά τους, θα βάλουν φραγμό στην καταστροφή, θα αλλάξουν τη ροή της ιστορίας προς τη κοινωνική χειραφέτηση».

Προσέξτε όμως να δείτε τι κάνει ο «ποιητής»:

Πρώτον, αποφεύγει να προφέρει τη λέξη «παγκοσμιοποίηση» (που σημαίνει ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και μεταναστών), την οποία στην πράξη υπηρετεί, ενώ αφήνει τους αφελείς να την εννοήσουν.
Δεύτερον αποφεύγει να κάνει λόγο για διεθνή νεοφιλελεύθερη οικονομική ελίτ, στην οποία κλείνει το μάτι (δηλαδή το πραγματικό αφεντικό), αλλά αφήνει τους αφελείς να την υποθέσουν.
Τρίτον, εξακολουθεί να θεωρεί κοινωνία και πολιτική δύο διαφορετικά πράγματα “κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις” λέει, και αφήνει τους αφελείς να πιστέψουν ότι τα ταυτίζει. Στην πράξη όμως εξακολουθεί την παλιά αριστερή αντίληψη, να θεωρεί την οργανωμένη πολιτική, δηλαδή το κράτος “πατερούλη” και νομέα της κοινωνίας, έξω και πάνω από αυτήν.
Τέταρτον, μιλάει για “νέο διαφωτισμό” δηλαδή για την Νεο-αριστερά
Πέμπτον, δεν μιλάει για τον πραγματικό ανθρωπισμό που εξυψώνει το άτομο, αλλά μιλάει για «νέο ανθρωπισμό», δηλαδή στην ουσία για προστασία της μετανάστευσης.
Έκτον, κάνει ένα πασπάλισμα με γνωστές έννοιες όπως “κλίμα”, “αντίσταση”, «πολιτισμό», “κοινωνική χειραφέτηση” (από ποιον;), “κοινωνική συμμαχία” κ.λ.π.

Δεν μιλάει πουθενά για:
Πατρίδα, εθνικό κράτος, εθνική κοινωνία, ελληνικό πολιτισμό, ελληνική ιστορία, δημοκρατία, πραγματικό ανθρωπισμό, συμμετοχή της κοινωνίας στην πολιτική και του ατόμου στη λήψη των αποφάσεων.

Αυτή είναι η νέα ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίθετα η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ από την αρχή έχει θέσει το ξεκάθαρο πραγματικό δίλημμα:
«Παγκοσμιοποίηση ή πατρίδες»
Δηλαδή: «Ή διεθνής οικονομική ελίτ, Ή εθνικές κοινωνίες». Το ένα είναι εκ φύσεως αντίπαλος του άλλου.

Από το ένα μέρος είναι οι διεθνείς ολιγαρχικές δυνάμεις που προσπαθούν να διαλύσουν τα εθνικά κράτη, είτε με πολέμους, είτε με χρεοκοπίες, είτε διαβρώνοντας τις εθνικές τους κοινωνίες, για να αυξήσουν τα κέρδη τους και την κυριαρχία τους στον πλανήτη και από το άλλο είναι οι εθνικές κοινωνίες που θέλουν να μείνουν ελεύθερες και να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους.

Από το ένα μέρος είναι η ιδεολογία της παθητικής «Ανοικτής Κοινωνίας» και από το άλλο η ιδεολογία της δυναμικής «Ενεργού Κοινωνίας».

Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να ζήσει έξω από μια κοινωνία, μόνος, ένα φτερό στον άνεμο της απρόσωπης παγκοσμιοποίησης, μια καταναλωτική μηχανή και αντικείμενο εκμετάλλευσης της διεθνούς οικονομικής ελίτ, ας επιλέξει το πρώτο.
Όποιος όμως θέλει να είναι κάποιος μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο, με το οποίο θα τον συνδέουν κοινά πράγματα, να έχει μια προσωπικότητα, να συμμετέχει στις αποφάσεις και να ολοκληρώνεται μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό σύνολο, ας επιλέξει το δεύτερο.

ΥΓ. Με την πιο πάνω Διακήρυξή του ο ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει να κλέβει πλέον όλο το φιλελεύθερο ιδεολογικό οπλοστάσιο της παλιάς Δεξιάς και να εξαναγκάζει τη Νεοδεξιά να μάχεται ανοικτά υπέρ των συμφερόντων της παγκοσμιοποίησης.