Category: Επιλεγμένα

Κοινωνική Δικαιοσύνη και κοινωνική ειρήνη, χωρίς δίκαιη φορολόγηση δεν μπορεί να υπάρξει. 

Κοινωνική Δικαιοσύνη και κοινωνική ειρήνη, χωρίς δίκαιη φορολόγηση δεν μπορεί να υπάρξει. 

Του Χασάπη Πέτρου

Δίκαιο φορολογικό σύστημα και γενικά δίκαιη φορολόγηση δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει, όσο το κράτος αντιμετωπίζει την κοινωνία ως απατεώνα. Όσο αντιμετωπίζει τους πολίτες ως εν δυνάμει φοροκλέφτες. Αν μελετήσουμε με προσοχή φορολογικές διατάξεις, παλιότερες αλλά και νέες, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη ότι πίσω από κάθε διάταξη κρύβεται η  προσπάθεια του κράτους (δίκην «Σέρλοκ Χόλμς») να ανακαλύψει και να τιμωρήσει τον φοροαπατεώνα. Για παράδειγμα, τα τεκμήρια, οι παράλογοι φορολογικοί έλεγχοι έτη πίσω, το εύρος των προστίμων που προάγει τη διαφθορά και τη συναλλαγή και κάθε ανάλογη παράλογη μέθοδος κάνει αυτό ακριβώς.

Ένα ακόμα παράδειγμα είναι η υποχρεωτική (με βάση τις αποδείξεις για τους ηλικιωμένους και μέσω των τραπεζών για τους νεότερους), ανάλωση του 30% του εισοδήματος για συγκεκριμένα αγαθά. Αυτό θεωρώ ότι δεν γίνεται με ειλικρινή πρόθεση της κυβέρνησης για να ελαφρύνει τάχα τον φορολογούμενο από τα έξοδα διαβίωσής του, αλλά γίνεται με στόχο αφενός να εισπράξει φόρους, αφετέρου για να ενισχύσει τους τραπεζίτες, δίνοντάς τους ρευστότητα και δυνατότητα, μέσω μόχλευσης, δημιουργίας χρήματος με δανεισμό.

Έτσι, η κυβέρνηση μετατρέπει τον κάθε πολίτη σε «κυνηγό κεφαλών» εναντίον των συμπολιτών του, για συλλογή φόρων και για ενίσχυση των τραπεζιτών, διαφορετικά καταδικάζει τον πολίτη να πληρώσει αυτός. Η στάση όμως αυτή του κράτους, δεν καλλιεργεί φορολογική συνείδηση στους πολίτες. Τουναντίον τροφοδοτεί την μη εμπιστοσύνη προς το κράτος και την αναζήτηση τρόπων φοροδιαφυγής από τα μέλη της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όχι μόνο δεν καλλιεργεί φορολογική συνείδηση, αλλά ούτε και εισπράττει φόρους, παρά μόνο από τους συνεπείς και από αυτούς που δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν.

Στην πραγματικότητα, το «μεγάλο αφεντικό», δηλαδή η κρατικοδίαιτη παρασιτική οικονομική ελίτ που ελέγχει την πολιτική εξουσία και μέσω αυτής το κράτος, δεν θέλει σε καμία περίπτωση ένα απλό και αντικειμενικό φορολογικό σύστημα, γιατί η πρώτη που θα πρέπει να πληρώσει θα είναι η ίδια. Έτσι εφευρίσκονται διάφορες τεχνικές για να είναι ο απλός πολίτης μόνιμα στην οικονομική «πρέσα» με το στίγμα του εν δυνάμει φοροαπατεώνα. Ταυτόχρονα δε, έτσι υλοποιείται και ο στόχος της «Μεγάλης Επανεκκίνησης» που είναι η καταστροφή της μεσαίας τάξης, η οποία και αποτελεί το στήριγμα του έθνους.

Μοναδικός τρόπος, αφενός δίκαιης φορολόγησης αφετέρου απόλυτης συλλογής των φόρων, μέχρι και του τελευταίου ευρώ, είναι η θέσπιση ενός φορολογικού συστήματος «εσόδων – εξόδων». Ήτοι της άμεσης φορολόγησης του πραγματικού καθαρού εισοδήματος, μετά την αφαίρεση των διαφόρων εξόδων, για τα οποία έχουν ήδη πληρωθεί οι έμμεσοι φόροι, με ενιαίο χαμηλό φορολογικό συντελεστή για φόρο εισοδήματος, φόρο κερδών και ΦΠΑ. Ένα σύστημα δηλαδή το οποίο θα αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο, επιχειρήσεις, επαγγελματίες και νοικοκυριά. Με τον τρόπο αυτό, η αφαίρεση των εξόδων από το εισόδημα, δεν θα γίνεται όπως τώρα, δηλαδή με στόχο να συλληφθεί αυτός που δεν εξέδωσε απόδειξη, αλλά με το σκοπό να αφαιρεθούν από τον κάθε φορολογούμενο τα έξοδά του (όπως ακριβώς γίνεται με τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες) και  μετά να φορολογηθεί το καθαρό εισόδημα.

Στα πλαίσια αυτά όμως, θα πρέπει να αφαιρούνται όλα τα έξοδα, είτε αυτά αφορούν αγορά καταναλωτικών αγαθών, είτε πληρωμές ΔΕΚΟ, είτε αγορά παγίων κ.λ.π. Ειδικά τώρα που η κυβέρνηση θεσμοθέτησε τη χρεοκοπία του απλού φυσικού προσώπου (σαν να είναι έμπορος ή εμπορική εταιρία) και προκειμένου να επέλθει αποκατάσταση της διασαλευθείσας συνταγματικής τάξης, θα πρέπει και το κάθε φυσικό πρόσωπο να μπορεί να αφαιρεί τα παντός είδους έξοδά του από τα έσοδα, όπως και ο επαγγελματίας που έχει πτωχευτική ικανότητα.

Αν λοιπόν το Κράτος θέλει να τεθεί στην υπηρεσία της κοινωνίας και όχι να συμπεριφέρεται ως κατοχικό και αρπακτικό κράτος, αν θέλει να πληρώνουν όλοι ανεξαιρέτως τους φόρους τους (με λογικούς και δίκαιους φορολογικούς συντελεστές) και όχι να εξυπηρετεί μόνο την άρχουσα οικονομική ελίτ εξαθλιώνοντας το λαό, αν θέλει να εμπεδωθεί η Κοινωνική Δικαιοσύνη, θα πρέπει να αρχίσει από ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα. Αυτό θα ήταν μια καλή αρχή για την κοινωνικοποίηση του κράτους και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Κυβέρνηση κατά παρέκκλιση

Κυβέρνηση κατά παρέκκλιση

Του Χασάπη Πέτρου

Μελετώντας κάποιος με προσοχή τα νομοσχέδια και τις τροπολογίες που φέρνει στη Βουλή η κυβέρνηση Μητσοτάκη, διαπιστώνει δύο βασικά πράγματα. Το πρώτο είναι η κατάχρηση της φράσης «κατά παρέκκλιση» σε όλα τα νομοσχέδια και τις τροπολογίες και το δεύτερο είναι ο κεκαλυμμένος  εποικισμός της χώρας που πραγματοποιεί με τους παράνομους ισλαμιστές μετανάστες, μέσα από τα νομοσχέδια που φέρνει.

Η κυβέρνηση αυτή εφεύρε ένα τρόπο για να παρακάμπτει κάθε νομικό εμπόδιο, που θέτουν οι προηγούμενοι νόμοι. Είναι η φράση «κατά παρέκκλιση» κάθε προηγούμενης ή αντίθετης διάταξης. Με τον τρόπο αυτό, ο κάθε υπουργός δεν δεσμεύεται από κανέναν προηγούμενο ή αντίθετο νόμο, από τον οποίο αυτός δεν θέλει να δεσμεύεται. Στην ουσία, ο κάθε υπουργός, παίρνει ένα λευκό χαρτί και πάνω του χαράζει τη ρύθμιση που επιθυμεί, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του καμία δέσμευση. Για να μην υπάρξει πρόβλημα και κίνδυνος να προσκρούσει η νέα διάταξη σε παλιότερες διατάξεις, τίθεται η ανωτέρω φράση και έτσι η νέα διάταξη εισάγει πάντα πρωτογενές δίκαιο για τη ρύθμιση που σκοπείται.

Συνήθως η φράση αυτή μπαίνει στις περιπτώσεις που η κυβέρνηση θέλει να προχωρήσει σε δημόσιες συμβάσεις, χωρίς να δεσμεύεται από τυπικά κολλήματα παλιότερων ή αντίθετων νόμων ή σε περιπτώσεις επάνδρωσης διαφόρων φορέων και επιτροπών που εκείνη συστήνει.

Το πιο «ωραίο» στην περίπτωση αυτή, είναι ότι η κυβέρνηση δεν επιλέγει τη φράση «κατά κατάργηση» κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, αλλά τη φράση «κατά παρέκκλιση». Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η κυβέρνηση λειτουργεί έτσι ώστε να μην δεσμεύεται η ίδια και τα πρόσωπα που εκείνη θεσμοθετεί, από αντίθετες διατάξεις, ενώ την ίδια στιγμή, οι παλιότερες αντίθετες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν για όλο τον υπόλοιπο λαό. Έχουμε δηλαδή στην κυριολεξία μια κυβέρνηση «κατά παρέκκλιση».

Πέρα από το ανωτέρω νομικό «τέχνασμα», η νεοφιλελεύθερη γκλομπαλιστική κυβέρνηση Μητσοτάκη, προωθεί κεκαλυμμένα, μέσα από τα νομοσχέδια που εισάγει προς ψήφιση, τον εποικισμό της χώρας με ισλαμιστές παράνομους μετανάστες. Προφανώς το κάνει αυτό από καθαρά ιδεολογική επιλογή. Δεν μπορώ να διανοηθώ κάτι άλλο.

Συγκεκριμένα, σχεδόν ποτέ δεν αναφέρει μέσα στα νομοσχέδιά της τις λέξεις «Έλληνες», «Έλληνες πολίτες» ή «ελληνικός λαός». Συνήθως αναφέρει τις λέξεις «πληθυσμός» ή «άτομα» και σχεδόν σε όλα τα νομοσχέδια αναφέρεται στις «ευπαθείς» και «ευάλωτες» ομάδες του πληθυσμού. Διαβάζοντας κάποιος τις τελευταίες αυτές λέξεις, το μυαλό του πηγαίνει αμέσως σε ΑμεΑ, σε πτωχούς ή ασθενείς και λοιπούς  Έλληνες δικαιολογώντας ηθικά την κυβέρνηση. Όμως αν μελετήσει σε βάθος, ποιες ομάδες εννοεί, θα διαπιστώσει ότι πέρα από τις ανωτέρω ομάδες, μέσα στις «ευπαθείς» και «ευάλωτες» ομάδες του πληθυσμού, είναι και οι παράνομα εισελθόντες στη χώρα μας ισλαμιστές που αιτούνται άσυλο ή και έχουν ήδη λάβει άσυλο. Δηλαδή κεκαλυμμένα, η πολυπολιτισμική κυβέρνηση Μητσοτάκη ενισχύει τις ομάδες αυτές, βοηθώντας να ριζώσουν στη χώρα μας και έτσι να την εποικήσουν. Φυσικά δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, όπου άμεσα και φανερά φέρει νομοθετικές ρυθμίσεις υπέρ των παράνομα εισελθόντων στη χώρα μας ισλαμιστών, ενηλίκων και ανηλίκων.

Χωρίς όμως να το έχει αντιληφθεί, με την κατάχρηση του νομικού τεχνάσματος «κατά παρέκκλιση», η κυβέρνηση Μητσοτάκη εισήγαγε στην πολιτική πρακτική ένα «πυρηνικό όπλο» για μια επόμενη πραγματικά πατριωτική κυβέρνηση, η οποία νομότυπα πλέον θα μπορεί με μια μόνο φράση, να διαλύσει το σάπιο και διεφθαρμένο σύστημα και να ανοικοδομήσει ένα υγιές ηθικό και παραγωγικό κράτος, με μετόχους τους Έλληνες πολίτες. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού».

Προς ένα διαδίκτυο των λαών και όχι των ολιγαρχών

Προς ένα διαδίκτυο των λαών και όχι των ολιγαρχών

Του Χασάπη Πέτρου

Το διαδίκτυο είναι η αιχμή του δόρατος της παγκοσμιοποίησης. Είναι εικόνα και ομοίωσή της. Στην ουσία, μας φανερώνει το πως θα είναι η κοινωνία του μέλλοντος, όπως δηλαδή την οραματίζονται οι γκλομπαλιστές.

Μερικοί ολιγάρχες έχουν αιχμαλωτισμένους στις διαδικτυακές πλατφόρμες τους δισεκατομμύρια ανθρώπους. Έχουν αποθηκευμένα, στις τεράστιες ψηφιακές αποθήκες τους, τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών, όλες τις δραστηριότητές τους και τις επικοινωνίες τους, τις φωτογραφίες τους, τα βίντεό τους, με λίγα λόγια ολόκληρη τη ζωή τους. Μπορούν όποτε θέλουν να κάνουν χρήση αυτών των στοιχείων και προς το παρόν έχουν μετατρέψει τους χρήστες σε εμπορεύσιμο προϊόν τους μέσω της στοχευμένης διαφήμισης.

Έτσι ακριβώς θα είναι και η συνολική παγκοσμιοποίηση. Λίγοι διεθνείς ολιγάρχες, θα έχουν εξουσία επί ζωής και θανάτου πάνω στους ανθρώπους, σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία – ανθρώπινο «χυλό»,  χωρίς εθνικές, θρησκευτικές ή πολιτισμικές αναφορές. Χωρίς εθνική ανεξαρτησία και επομένως λαϊκή κυριαρχία. Χωρίς δηλαδή συνεκτικά στοιχεία μεταξύ των ανθρώπων και ως εκ τούτου χωρίς φυσικά δυνατότητα μαζικής αντίδρασης και αμφισβήτησης του παγκόσμιου συστήματος.

Για να επανέλθουμε στο διαδίκτυο, αυτή η κατάσταση πρέπει να σπάσει. Το διαδίκτυο, δηλαδή η ηλεκτρονική ψηφιακή επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, είναι κοινωνικό αγαθό και δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο κάποιων ελίτ, για την εκμετάλλευση ανθρώπων. Στο συγκεκριμένο θέμα επικρατούν αυτή τη στιγμή δύο διαφορετικές αντιλήψεις. Η μία λέει ότι θα πρέπει να βρεθούν τρόποι χρήσης των διαδικτυακών υποδομών που ήδη υπάρχουν, ενώ η δεύτερη λέει ότι θα πρέπει να γίνει ένα παράλληλο διαδίκτυο έξω από το υπάρχον.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης άποψης είναι το ψηφιακό νόμισμα. Οι εφευρέτες του ψηφιακού νομίσματος, χρησιμοποιούν την ήδη υπάρχουσα υποδομή σε δίκτυα, σε hardware και σε software και μέσα από αυτά, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα νόμισμα, παρακάμπτοντας τα τραπεζικά συστήματα. Κάποιον παρόμοιο τρόπο, με εφαρμογή πιο εξελιγμένης μορφής της τεχνολογίας του blockchain, σκέφτονται οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, για να καταφέρουν τελικά οι άνθρωποι να παρακάμψουν τις υπάρχουσες ψηφιακές πλατφόρμες και τον κεντρικό έλεγχο και να κινηθούν έξω από αυτές, χωρίς δυνατότητα ελέγχου από κανέναν και με απόλυτη προστασία των προσωπικών τους δεδομένων.

Η δεύτερη αντίληψη, δεν θέλει καμία εξάρτηση από τους ιδιοκτήτες του διαδικτύου και συστήνει κάτι καινούργιο. Μια απευθείας διασύνδεση των ανθρώπων, με ελεύθερους browsers και χωρίς παρόχους. Ένα διαδίκτυο ελεύθερο, όπου το κάθε τερματικό (pc, laptop, smartfone κ.λ.π.), θα λειτουργεί ως σταθμός διαμεσολάβησης, παρακάμπτοντας όχι μόνο τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, αλλά και τους παρόχους internet και τηλεφωνίας, με ταυτόχρονη χρήση της τεχνολογίας του  blockchain για να προστατεύεται από hackers του συστήματος. Ένα νέο παράλληλο δίκτυο, έξω από το υπάρχουν δίκτυο, χρησιμοποιώντας είτε τα καλώδια του ηλεκτρισμού, είτε μικρές κεραίες προσαρμοσμένες στις κεραίες των τηλεοράσεων, για δημιουργία τοπικών ή εθνικών κοινοτήτων, είτε και τα υπάρχοντα δίκτυα του διαδικτύου, για παγκόσμια αποκεντρωμένη και ελεύθερη επικοινωνία. Θυμάμαι μάλιστα στις αρχές, όταν ακόμα το διαδίκτυο έκανε τα πρώτα του βήματα, κάποιοι ξεκίνησαν μια προσπάθεια με ατομικές κεραίες από σπίτι σε σπίτι. Κάτι δηλαδή σαν την τεχνολογία 5G σε μικρογραφία. Όμως αυτό δεν περπάτησε τότε, κυρίως γιατί οι ευκολίες που έφερε το υπάρχον συγκεντρωτικό διαδίκτυο, ήταν πολύ ελκυστικές και η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε. Όμως όσο πιο ασφυκτική και ελεγχόμενη γίνεται η κατάσταση, τόσο και οι σκέψεις αυτές επανέρχονται.

Οι άνθρωποι δεν θα πάψουν ποτέ να επαναστατούν, αυτή είναι ευτυχώς η ανθρώπινη φύση μας. Και οι ανωτέρω δύο αντιλήψεις είναι σκέψεις και προσπάθειες σύγχρονων επαναστατών ενάντια σε μια υπερσυγκεντρωτική ψηφιακή παγκοσμιοποίηση, όπως αντίστοιχα τέτοιες προσπάθειες γίνονται και στον πολιτικό χώρο, από κόμματα και προσωπικότητες που μάχονται υπέρ της ελευθερίας και αυτοδιάθεσης των λαών, δηλαδή υπέρ των ελεύθερων εθνικών κρατών, κατά της υπερσυγκεντρωτικής παγκόσμιας διακυβέρνησης που εισάγει η παγκοσμιοποίηση.

 

 

Εθνομηδενιστική Νεοαριστερά και νεοφιλελεύθερη Νεοδεξιά, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Εθνομηδενιστική Νεοαριστερά και νεοφιλελεύθερη Νεοδεξιά, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Του Χασάπη Πέτρου

Η διεθνής οικονομική ελίτ ασφυκτιά σήμερα, από τα εμπόδια που προβάλουν τα «ατίθασα» εθνικά κράτη και οι μη ελεγχόμενες απόλυτα εθνικές κυβερνήσεις, στους νεοφιλελεύθερους στόχους της, που είναι η ανεξέλεγκτη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασίας, χωρίς κανένα εθνικό νομικό εμπόδιο. Μπορούμε φυσικά άνετα να προσθέσουμε πλέον και την ανεξέλεγκτη διακίνηση της πληροφορίας και κυρίως της ψηφιακής πληροφορίας και των υπηρεσιών που προσφέρουν τα αφεντικά του διαδικτύου.

Όταν το internet είναι σε κάθε σπίτι, όταν το κινητό είναι σε κάθε χέρι, όταν το GPS από το διάστημα χαράζει την πορεία του ατόμου στη γη, όταν το άτομο μπορεί να καταναλώνει προϊόντα από κάθε γωνιά της γης κ.λ.π. τότε η διεθνής οικονομική ελίτ, που τα κινεί και τα χειρίζεται όλα αυτά, βλέπει ως απόλυτο εμπόδιο στα συμφέροντά της τον κάθε (ασήμαντο γι΄ αυτήν) εθνικό πολιτικό που προτάσσει τη βούληση και το συμφέρον της εθνικής κοινωνικής του ομάδας.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται σήμερα με άλλα δεδομένα. Τότε, στην αυγή της βιομηχανικής επανάστασης, ασφυκτιούσαν οι ανερχόμενοι αστοί κεφαλαιοκράτες, εμποδιζόμενοι από τα φεουδαρχικά κρατίδια, στην ικανοποίηση του στόχου τους, που ήταν η μεγέθυνση και η νομική ενοποίηση της αγοράς για τη διοχέτευση της μαζικής παραγωγής τους. Τελικά κατάφεραν να διαλύσουν τα φεουδαρχικά κρατίδια, χρησιμοποιώντας ως επαναστατική μάζα, τους ίδιους τους εργαζόμενους σ’ αυτά δουλοπάροικους, τους οποίους στη συνέχεια απέσπασαν από τα κτήματα των φεουδαρχών για να τους οδηγήσουν στις δικές τους φάμπρικες, στα δικά τους εργοστάσια στα αστικά κέντρα. Προκειμένου τώρα, να εξουδετερώσουν το εμπόδιο των εθνικών κρατών (όπως τότε των φεουδαρχικών κρατιδίων), οι σύγχρονοι διεθνείς οικονομικοί ολιγάρχες χρησιμοποιούν, μεταξύ άλλων, ως βασικό τους όπλο, τους παράνομους μετανάστες, δεδομένου ότι δύσκολα βρίσκουν εντός των εθνικών κρατών επαναστατικές μάζες, τους οποίους παρακινούν και μετακινούν με διαφόρους τρόπους, επίτηδες παράνομα, παρακάμπτοντας δηλαδή την κυριαρχία του εθνικού κράτους όπου εισέρχονται. Στόχος τους είναι να διαβρώσουν και να διαλύσουν τα εθνικά κράτη, κατ’ αρχήν πολιτισμικά και αργότερα, χρησιμοποιώντας τους παράνομα εισελθόντες μετανάστες ως επαναστατική μάζα, για να τα ανατινάξουν.

Η μετακίνηση πληθυσμών και ειδικά ισλαμικών (δηλαδή δύσκολα αφομοιώσιμων), είτε με εσωτερικές αναταράξεις (Αραβική Άνοιξη), είτε με την πρόκληση πολέμων, είτε με το δέλεαρ καλύτερης ζωής και η ταυτόχρονη προστασία των μετακινούμενων προσφύγων και παράνομων μεταναστών, από τα όργανα της διεθνούς ελίτ (ΜΜΕ, ΜΚΟ, δήθεν ευαισθητοποιημένες προσωπικότητες, επιβολή θεσμικής προστασίας τους κ.λ.π.) είναι, όπως είδαμε, ένα από τα βασικότερα όπλα της που στόχο έχει τη διάβρωση των εθνικών κρατών. Εν τέλει η ελεύθερη διακίνηση της δουλεμπορικής εργασίας, η οποία από προστατευόμενο δημόσιο αγαθό, μετατρέπεται πλέον σε ιδιωτικό εμπόρευμα, υπαγόμενο στην εξουσία των διεθνών αγορών. Άλλα όπλα για τις «απείθαρχες» κυβερνήσεις είναι, ο κανονικός πόλεμος, τα εμπάργκο, οι αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, ο χρηματιστηριακός πόλεμος που διαλύει τα εθνικά χρηματιστήρια, ο πόλεμος των ισοτιμιών των νομισμάτων, ο πόλεμος των spreads που διαλύει τα εθνικά ομόλογα και την εθνική πιστοληπτική ικανότητα κ.λ.π.

Τα μέλη της σύγχρονης διεθνούς ελίτ, ανεξάρτητα από εθνικότητα, δεν νοιάζονται καθόλου, ούτε για το ίδιο το εθνικό τους κράτος, εκτός ολίγων εξαιρέσεων (π.χ. γερμανική οικονομική ελίτ κ.λ.π.). Θεωρούν τους εαυτούς των μεγέθη παγκόσμιου βεληνεκούς, άρχοντες του πλανήτη και τους απλούς ανθρώπους ως απλές αναλώσιμες «καταναλωτικές μηχανές». Το πρόβλημά τους, όπως είδαμε, είναι ότι μεταξύ αυτών και των προς εκμετάλλευση απλών ανθρώπων, παρεμβάλλονται τα οργανωμένα εθνικά κράτη, δηλαδή οι εθνικές νομοθεσίες και οι εθνικές κυβερνήσεις. Συνασπίζονται λοιπόν και διαπλέκονται μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι μια πανίσχυρη διεθνή νεοφιλελεύθερη οικονομική εξουσιαστική ελίτ, η οποία κινείται πλέον αυτόνομα έξω από τα εθνικά κράτη, κατέχοντας το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, το διαδίκτυο και τις πολυεθνικές εταιρίες.

Έχουν καταφέρει να εξαρτήσουν τα εθνικά κράτη απόλυτα από τα συμφέροντά τους. Από τον δανεισμό ενός κράτους από δικές τους τράπεζες, από την αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, από την επιβολή διάφορων περίεργων διεθνών συνθηκών (δήθεν για τη διεθνή συνεργασία), από την υποκίνηση για επιβολή εμπάργκο ή και πρόκληση πολέμου για το «απείθαρχο» κράτος, από τον έλεγχο της πληροφόρησης, μέχρι τον έλεγχο και την προμήθεια και του τελευταίου προϊόντος.

Όπως σωστά παρατηρεί ο σύγχρονος φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, σχετικά με τα πιο πάνω, το οικονομικό είναι πλέον πλανητικό έξω από τα εθνικά όρια, ενώ το πολιτικό παραμένει εθνικό εντός των εθνικών ορίων, με περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης στο διεθνές γίγνεσθαι.

Η μεν σύγχρονη και πολιτικά «άνεργη» νεοαριστερά βρήκε τρόπο πολιτικής επιβίωσης μέσα από τον εθνομηδενισμό, την κατάργηση των εθνικών συνόρων και την αυτόκλητη «προστασία» της ελεύθερης διακίνησης της δουλεμπορικής εργασίας, τάχα από ευαισθησία για τα δικαιώματα όσων υποκινούνται να εισβάλουν απροκάλυπτα, ανεξέλεγκτα και παράνομα εντός του εθνικού κράτους, ενώ τρίβει τα χέρια της προσβλέποντας στην αύξηση του πολιτικού της «μαντριού».

Η δε σύγχρονη νεοφιλελεύθερη Νεοδεξιά, βρίσκεται στον φυσικό της πολιτικοοικονομικό «βιότοπο» υποστηρίζοντας με πάθος την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων της διεθνούς ελίτ και την ανεξέλεγκτη (από άποψη ποιότητας και τιμών) διακίνηση των εμπορευμάτων της.

Παρατηρούμε ότι, εθνομηδενιστική Νεοαριστερά και νεοφιλελεύθερη Νεοδεξιά ακολουθούν τον ίδιο βηματισμό, εναντίον των εθνικών κρατών, εξυπηρετώντας και οι δύο τα ίδια αφεντικά, τα ίδια διεθνή συμφέροντα της ίδιας οικονομικής ελίτ.

Προς το εσωτερικό όμως του εθνικού κράτους, και οι δύο, μη μπορώντας προς το παρόν να πουλήσουν πολιτικά τη νέα τους «πραμάτεια», εξακολουθούν να ανταγωνίζονται εντελώς θεατρικά, μέσα στο παλιό, γνώριμο στους πολίτες, πολιτικό πλαίσιο «Αριστερά – Δεξιά». Πολιτικό πλαίσιο, με το οποίο έχουν ενταχθεί στην πολιτική οι μέχρι τώρα γενιές και το οποίο μόνο αυτό γνωρίζουν, γι’ αυτό και πέφτουν θύματα του επικοινωνιακού θεάτρου. Ξέρουν (Νεοαριστερά και Νεοδεξιά κόμματα) ότι ενσυνείδητα εμπαίζουν το λαό, αλλά δεν έχουν άλλη επιλογή.

Αντίθετα, όποιος πολιτικός (ή νεότευκτο πολιτικό κόμμα) αμφισβητήσει αυτόν τον παραλογισμό και προτείνει την προστασία του εθνικού κράτους εναντίον της παγκοσμιοποίησης, αυτόματα έρχεται αντιμέτωπος με ολόκληρο το ανωτέρω, θεατρικό σύστημα, κατατάσσεται είτε στην άκρα δεξιά είτε στην άκρα αριστερά, θεωρείται έξω από το «δημοκρατικό τόξο» και βάλλεται σκληρά από ολόκληρο το σύστημα (ως φασίστας, ακραίος, ρατσιστής, ξενοφοβικός κ.λ.π.).

Το χειρότερο λοιπόν είναι, ότι ο εχθρός δεν βρίσκεται μόνο απέναντι και έξω από τα τείχη (εθνικά σύνορα), αλλά οι γκλομπαλιστές είναι και εντός των τειχών, αφού τη διεθνή ελίτ την συναποτελούν τα ισχυρότερα τμήματα της κάθε εθνικής ελίτ. Έχουμε δηλαδή εντός των τειχών τον «Δούρειο Ίππο», την «πέμπτη φάλαγγα» η οποία, χωρίς να γίνεται αντιληπτή από το λαό, ανοίγει τις «Κερκόπορτες» στα διεθνή οικονομικά συμφέροντα.

Εκλογικός νόμος. Πως τα μικρότερα κόμματα θα μπορούσαν να ριζώσουν μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Εκλογικός νόμος. Πως τα μικρότερα κόμματα θα μπορούσαν να ριζώσουν μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Του Χασάπη Πέτρου

Το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής και ο εκλογικός νόμος στην Ελλάδα, είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να δίνουν όλες τις εξουσίες (νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές, ναι εμμέσως και δικαστικές) σε ένα μόνο πρόσωπο, τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Είναι ακριβώς αυτό που λένε όλοι οι σχετικοί επιστήμονες στην Ελλάδα, «πρωθυπουργοκεντρικό» σύστημα. Στην πραγματικότητα έχουμε μια αιρετή μοναρχία. Ένα υπερσυγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα, ένα μόνο πρόσωπο.

Και αυτή η αιρετή μοναρχία έχει ένα τεράστιο ελάττωμα. Ότι πίσω από το θεσμό είναι ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο, όπως είναι λογικά αναμενόμενο, διακατέχεται από την προσωπική υπαρξιακή αγωνία της διατήρησης της θέσης του. Έτσι μοιραία γίνεται δέκτης πιέσεων τόσο από εσωτερικούς παράγοντες, όσο και από τις δυνάμεις της γερμανικής Ευρώπης και της παγκοσμιοποίησης γενικότερα, που είτε απειλούν να τον εκδιώξουν από τη θέση του, είτε του υπόσχονται στήριξη (πολιτική, οικονομική και μιντιακή) προκειμένου να παραμείνει στη θέση του. Τούτων δοθέντων, στο τέλος μάλλον θα γίνει εντολοδόχος των συμφερόντων που τον απειλούν ή τον στηρίζουν, σε βάρος του λαού του.

Το θέμα μας όμως σήμερα δεν είναι ο θεσμός του πρωθυπουργού, αλλά ο εκλογικός νόμος, γιατί κι εκεί έχουμε πολλά προβλήματα, ειδικά σε ότι αφορά στα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης. Ο εκλογικός νόμος λοιπόν, αρχικά και με βάση το ποσοστό που έλαβε το κάθε κόμμα πανελλήνια (συνυπολογιζόμενου και του bonus στις ενισχυμένες αναλογικές), ορίζει τον συνολικό αριθμό των εδρών του κάθε κόμματος. Επειδή όμως τα μικρότερα κόμματα δεν ξεπερνούν στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες το οριζόμενο εκλογικό μέτρο, ακολουθείται το εξής τέχνασμα. Τα κόμματα αυτά λαμβάνουν βουλευτικές έδρες, στις εκλογικές περιφέρειες που συγκέντρωσαν τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, κατά φθίνουσα τάξη, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός των εδρών που δικαιούνται.

Με την πιο πάνω μέθοδο όμως, τα μικρότερα κόμματα λαμβάνουν έδρες στις εκλογικές περιφέρειες όπου υπάρχουν οι μεγαλύτεροι αριθμοί ψηφοφόρων, δηλαδή κυρίως στα απρόσωπα μεγάλα αστικά κέντρα και όχι στην πιο προσωποποιημένη επαρχία. Με τον τρόπο αυτό όμως, τα μικρότερα ή τα νεότευκτα κόμματα, δεν μπορούν να ριζώσουν στην περιφέρεια, όπου λειτουργεί η προσωπική επαφή και οι τοπικοί κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, αλλά εμφανίζονται μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου όμως εκεί ηγεμονεύουν την κοινωνία και κάνουν κουμάντο τα ΜΜΕ. Έτσι η επιβίωσή τους εξαρτάται από τους ολιγάρχες των ΜΜΕ.

Αυτό είναι ένα απαράδεκτο τέχνασμα που χρησιμοποιεί η άρχουσα ελίτ, επίτηδες για να έχει τα νώτα της καλυμμένα, από τον κίνδυνο να ξεφυτρώσει και να ριζώσει στην ελληνική κοινωνία οποιοσδήποτε νέος πολιτικός σχηματισμός που δεν θα μπορεί να τον ελέγξει η ίδια. Έτσι, συνεχίζει ανεμπόδιστα να παίζει παιχνίδια εξουσίας μόνο με  αυτά που λέγονται κόμματα εξουσίας, τα οποία ελέγχει η ίδια απόλυτα.

Δεν νοείται όμως να λαμβάνει έδρα ένα κόμμα σε εκλογική περιφέρεια που διαθέτει το 2% της προτίμησης των τοπικών ψηφοφόρων και να μη λαμβάνει σε περιφέρεια της επαρχίας που μπορεί για παράδειγμα να το επιλέγουν το 10% των τοπικών πολιτών. Αυτό είναι μια στρέβλωση της δημοκρατίας και της βούλησης του λαού της κάθε εκλογικής περιφέρειας.

Θα έπρεπε λοιπόν να λαμβάνεται υπόψη για την εκλογή εδρών, όχι ο απόλυτος αριθμός των ψήφων της κάθε εκλογικής περιφέρειας, αλλά τα ποσοστά που έλαβε το όποιο κόμμα στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες (ή έστω ένας συνδυασμός μεταξύ των δύο, μαζί με λίστα υποψηφίων). Αν ίσχυε αυτό, τότε θα μπορούσαν να ριζώσουν εντός της ελληνικής κοινωνίας και να γιγαντωθούν εντός του πολιτικού συστήματος, μικρότεροι κομματικοί σχηματισμοί που ούτε θα ελέγχονταν από την άρχουσα ελίτ, ούτε και θα δέχονταν πιέσεις μέχρις εξαφανίσεώς των.

Πιστεύω πως όλοι οι πολίτες, σε όποια εκλογική περιφέρεια και αν ανήκουν, έχουν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο με την ποσοστιαία αναλογία της κάθε εκλογικής τους περιφέρειας και όχι να αποκλείονται με καλπονοθευτικά τεχνάσματα από τη σάπια ελίτ.