Category: Ειδησογραφία

Εξωτερική πολιτική ή πολιτική ανοησία;

Εξωτερική πολιτική ή πολιτική ανοησία;

Του Πέτρου Χασάπη
Ερώτημα 1ο: Το διεθνές, αλλά και το ελληνικό δίκαιο, μας επιτρέπουν, ναι η όχι, να επεκτείνουμε τα χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια; Η απάντηση είναι ναι. Γιατί λοιπόν δεν το κάνουμε; Γιατί η Τουρκία λέει, θα θεωρήσει αυτή την επέκταση casus belli (αιτία πολέμου), τη στιγμή μάλιστα που η ίδια έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 νμ τόσο στον Εύξεινο Πόντο όσο και νότια στη Μεσόγειο, κι εμείς λέει φοβόμαστε ή τέλος πάντων δεν θέλουμε αυτόν τον πόλεμο. Άρα έχουμε παραδοθεί πριν καν δοθεί κάποια μάχη.

Ερώτημα 2ο: Το διεθνές αλλά και το ελληνικό δίκαιο μας δίνουν, ναι ή όχι, συγκεκριμένη υφαλοκρηπίδα και συγκεκριμένη ΑΟΖ; Ναι μας τα δίνουν. Τότε, γιατί εμείς αφήσαμε την Τουρκία να κάνει συμφωνία με τη Λιβύη και δεν είχαμε κηρύξει νωρίτερα ΑΟΖ; Γιατί αν το είχαμε κάνει, μας λένε, και μετά παραβίαζε την ΑΟΖ μας η Τουρκία, θα έπρεπε να την κτυπήσουμε. Άρα στην ουσία έχουμε παραιτηθεί εκ των προτέρων και από αυτά τα δικαιώματά μας.

Ερώτημα 3ο: Και τώρα που φτάσαμε; Η Τουρκία να κάνει ό,τι θέλει πάνω στα δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα, να υπογράφει με όποιον γουστάρει συμφωνίες για ΑΟΖ και να μας λέει κατάμουτρα: «μην μας ενοχλείτε σε ό,τι κάνουμε, διαφορετικά casus belli». Κι εμείς την ουρά στα σκέλια; Και το πιο εξοργιστικό είναι πως αν πάμε να εμποδίσουμε την Τουρκία να κάνει έρευνες σε μια θάλασσα, στην οποία εμείς δεν έχουμε δηλώσει επίσημα δικαιώματα ΑΟΖ, θα φανεί ότι εμείς επιτιθέμεθα στην Τουρκία και όχι ότι αμυνόμαστε. Τι επιτύχαμε λοιπόν τόσα χρόνια με την πολιτική του κατευνασμού; Απλά φτάσαμε εκεί από όπου είχαμε ξεκινήσει, δηλαδή στο casus belli.

Τώρα, αντί έστω την ύστατη στιγμή να ορθώσουμε ανάστημα ως έθνος, ως λαός και ως σοβαρό κράτος, εμείς παρακαλάμε για Χάγη, πιστεύοντας ότι θα πάει στη Χάγη η Τουρκία μόνο για την υφαλοκρηπίδα. «Κούνια που μας κούναγε». Ακόμα και τώρα δεν λένε τα συστημικά κόμματα, τα οποία είναι απόλυτα υπεύθυνα για την καλλιέργεια της ηττοπάθειας, τα οποία εγκατέλειψαν την αναλογία 7:10, τα οποία εγκατέλειψαν το «Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα» με την Κύπρο, να οργανώσουν μια σταθερή ενιαία και αποτρεπτική εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκία.

Η Τουρκία, αφήνει να εννοηθεί ότι λέει «ναι στη Χάγη» αλλά βάζει πάνω στο τραπέζι όλα τα ψευτοζητήματα που κατά καιρούς έχει παρουσιάσει και ακόμα τόσα. Τα δικά μας συστημικά κόμματα, εγκλωβισμένα σε φοβικά σύνδρομα και σε υπολογισμούς πολιτικού κόστους, δεν διεκδικούν τίποτα από την Τουρκία και δεν βάζουν πάνω στο τραπέζι τα δικά μας ζητήματα.

Πριν πάμε σε όποια Χάγη, θα πρέπει να μπουν στο τραπέζι όλα τα θέματα: 1) Κήρυξη προηγουμένως ΑΟΖ από ελληνικής πλευράς με βάση τη μέση απόσταση ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας, 2) επέκταση προηγουμένως των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. η οποία θα μετατρέψει ολόκληρο το Αιγαίο σε κλειστή ελληνική θάλασσα, 3) αυτοδιοίκητο Ίμβρου και Τενέδου, 4) απομάκρυνση του τουρκικού Προξενείου από τη Θράκη και αναγνώριση ύπαρξης μόνο μουσουλμανικής μειονότητας, 4) ζητήματα περιουσιών των εκδιωχθέντων Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και σε άλλες τουρκικές πόλεις, 5) ζητήματα αποζημιώσεων των σφαγιασθέντων και εκδιωχθέντων Ελλήνων του Πόντου, 6) αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από το βόρειο τμήμα της Κύπρου, 7) επαναφορά του ναού της Αγίας Σοφίας σε χριστιανική εκκλησία, η οποία και θα είναι η επίσημη Εκκλησία του Πατριαρχείου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Δεν είναι δυνατόν να ζητά ο Ερντογάν να γίνει τζαμί κάτω από την Ακρόπολη κι εμείς να αδιαφορούμε για το ναό της Αγίας Σοφίας, 8) επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης και πολλά άλλα θέματα.

Αν λοιπόν δεχτεί ο κ. Ερντογάν να μπουν στο συνυποσχετικό όλα τα ανωτέρω και πολλά ακόμα θέματα, τότε να πάμε στη Χάγη.

Όμως για να τα αξιώσεις όλα τα ανωτέρω, πρέπει να έχεις και το σθένος να τα στηρίξεις και να τα υποστηρίξεις ακόμα και δια των όπλων αν χρειαστεί. Αυτό ακριβώς μας λείπει.

Ελπίζω μόνο, πως όταν πέσει η πρώτη τουφεκιά από την πλευρά μας, αυτή να μην είναι «τζούφια», μόνο για επικοινωνιακούς λόγους, αλλά να έχουμε την αποφασιστικότητα να πάμε τα πράγματα μέχρι τέλους και να είμαστε απόλυτα προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Όταν το όπλο βγει από τη θήκη θα πρέπει και να χρησιμοποιηθεί πραγματικά, διαφορετικά η εθνική διάλυση θα είναι νομοτελειακή.

Και να μην φοβόμαστε. Όταν αρχίσει το «πανηγύρι» με τους Τούρκους, τότε αυτόματα κάθε φόβος θα εξαφανιστεί και θα έρθουν στην επιφάνεια ο θυμός και η αποφασιστικότητα της νίκης.

 

Η πρόταση της «Ελληνικής Λύσης» για κήρυξη ΑΟΖ είναι έτοιμη προς ψήφιση. Η ευθύνη πλέον στην κυβέρνηση.

Η πρόταση της «Ελληνικής Λύσης» για κήρυξη ΑΟΖ είναι έτοιμη προς ψήφιση. Η ευθύνη πλέον στην κυβέρνηση.

Του Πέτρου Χασάπη

Οι γνωρίζοντες πολύ καλά τα γεωστρατηγικά θέματα και τα θέματα εξωτερικής πολιτικής (καθηγητές, πολιτικοί, στρατιωτικοί κ.λ.π.) καταγγέλλουν το ελληνικό πολιτικό σύστημα για το γεγονός  ότι έχει καθυστερήσει δραματικά να κηρύξει ΑΟΖ σε όλη την ελληνική επικράτεια, δίνοντας την ευκαιρία στην Τουρκία να πάρει τις πρωτοβουλίες των κινήσεων και να μας αναγκάσει τώρα να τρέχουμε πίσω της.

Η δυστοκία κήρυξης ΑΟΖ οφειλόταν σε δύο παράγοντες. Στον φόβο του πολιτικού συστήματος για τις αντιδράσεις της Τουρκίας και στην απροθυμία των γειτονικών κρατών για συμφωνία με τη χώρα μας καθορισμού ΑΟΖ. Σε κάθε περίπτωση όμως, η κύρια αιτία ήμασταν εμείς οι ίδιοι και συγκεκριμένα το ελληνικό πολιτικό σύστημα, που δεν επεδίωξε σθεναρά επίτευξη συμφωνιών με άλλα γειτονικά κράτη, λόγω του τουρκικού φόβου.

Τώρα, όμως, μετά την εκδήλωση στην πράξη των διεκδικητικών προθέσεων της Τουρκίας, κάθε καθυστέρηση για κήρυξη ΑΟΖ είναι πλέον εγκληματική. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει πλέον συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα συρθεί στη Χάγη, με ένα συνυποσχετικό που ήδη το γράφουν Τούρκοι, Γερμανοί και Αμερικανοί. Θα συρθεί χωρίς καν να έχει κηρύξει ΑΟΖ, χωρίς να έχει καν αντίθετα αιτήματα. Αυτό είναι πέρα από κάθε φαντασία και, αν μη τι άλλο, δείχνει μια πολιτικά φοβική κυβέρνηση η οποία κυριολεκτικά τα έχει χάσει.

Το κόμμα της «Ελληνικής Λύσης», του οποίου ο Πρόεδρός του κ. Κυριάκος Βελόπουλος, από χρόνια φωνάζει για μονομερή κήρυξη ΑΟΖ, κατέθεσε στις 15-1-2020 πρόταση νόμου για μονομερή κήρυξη ΑΟΖ ελλείψει συμφωνίας με γειτονικά κράτη. Η πρόταση αυτή η οποία στηρίζεται στον νόμο 2289/1995 άρθρο 2 παρ. 1 εδ. γ΄, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 156 παρ. 1 του νόμου 4001/2011, ορίζει ότι «ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ με γειτονικά κράτη των οποίων οι ακτές είναι παρακείμενες ή αντικείμενες με τις ελληνικές ακτές, κηρύσσεται ρητά ΑΟΖ σε ολόκληρη την επικράτεια, της οποίας το εξωτερικό όριο είναι η μέση γραμμή, κάθε σημείο της οποίας απέχει ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσης (τόσο ηπειρωτικών όσο και νησιωτικών) από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης» Ταυτόχρονα «εξουσιοδοτείται και εντέλλεται ο Υπουργός των Εξωτερικών να καταθέσει άμεσα στον ΓΓ του ΟΗΕ, ρηματική διακοίνωση κήρυξης ΑΟΖ και αντίγραφο χάρτη μεγάλης κλίμακας, στον οποίο θα απεικονίζονται οι γεωγραφικές συντεταγμένες των εξωτερικών ορίων της κηρυχθείσας ΑΟΖ, σύμφωνα με τα ανωτέρω».

Η πρόταση αυτή που υπογράφεται από το σύνολο της ΚΟ της «Ελληνικής Λύσης», κατατέθηκε στη Βουλή στις 15-1-2020, αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της Βουλής και ταυτόχρονα διαβιβάσθηκε αρμοδίως στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, προκειμένου να γίνει εκτίμηση του κόστους επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού, εξ αιτίας του νόμου αυτού. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με την με αρ. πρωτ. 4937/24-1-2020 εισήγησή του, γνωμάτευσε ότι η ψήφιση του νόμου αυτού δεν θα επιφέρει επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό, ούτε κείται εκτός των ορίων που έχουν τεθεί από το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής.

Μετά και την τελευταία αυτή εξέλιξη, η ανωτέρω πρόταση νόμου για μονομερή κήρυξη ΑΟΖ είναι πλέον στα χέρια της κυβέρνησης έτοιμη προς ψήφιση στη Βουλή. Εναπόκειται στην κυβέρνηση να εισάγει την πρόταση στη Βουλή προς ψήφιση και φυσικά να την ψηφίσει. Σε διαφορετική περίπτωση, η ευθύνη για τις περαιτέρω εξελίξεις σε βάρος των εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, θα βαρύνει αποκλειστικά την κυβέρνηση της «Νέας Δημοκρατίας».

 

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; –  Όρκος των πολιτικών.

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; – Όρκος των πολιτικών.

Του Πέτρου Χασάπη
Την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για την αναθεώρηση του Συντάγματος η πρώτη ενότητα των άρθρων εκείνων που αφορούν τη Χριστιανική θρησκεία και τον θρησκευτικό όρκο (άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2).

Εισηγητής από την πλευρά του κόμματος της Ελληνικής Λύσης ήταν ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Χήτας, ο οποίος είπε τα εξής:

«Το Σύνταγμά μας δεν είναι ένα αμιγώς νομοτεχνικό κείμενο. Είναι συνυφασμένο με την ιστορία της πατρίδας μας, τον πολιτισμό μας, τη θρησκευτική συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και τις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821.

Στο πέρασμα των ετών, αλλά και των γεγονότων που συνέβησαν και σημάδεψαν την ιστορία μας και την πορεία μας, υπήρξαν πολλά συντάγματα, τα οποία στη συνέχεια αναθεωρήθηκαν, αλλά και επικρίθηκαν, γι’ αυτό και εξάλλου εγκαταλείφθηκαν.

Δεν στάθηκαν, προφανώς, ικανά να αποτρέψουν καταστάσεις που υπήρξαν καταστροφικές για τη χώρα και το λαό.

Για παράδειγμα, το Σύνταγμα του 1957 δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει τη Δικτατορία του 1967. Το σημερινό Σύνταγμα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας αναθεωρήθηκε το 2008. Δεν στάθηκε, όμως, ικανό να αποτρέψει τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, τη χρεοκοπία της χώρας και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Καμία από τις τρεις αναθεωρήσεις δεν απέτρεψε την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας, αλλά και την υποχωρητικότητα της χώρας έναντι των εθνικιστικών γειτόνων μας βόρεια και ανατολικά.

Εν έτη 2019, λοιπόν, και με βαριά τη σκιά όλων αυτών των εθνικών αποτυχιών, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε το ισχύον Σύνταγμα για τέταρτη φορά.

Δυστυχώς, τα πρώτα δείγματα γραφής δεν είναι ενθαρρυντικά. Διαπιστώνω πως δεν δείχνουμε τη γενναιότητα να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε ρότα. Συνεχίζουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Συνεχίζουμε λες και η Ελλάδα δεν διανύει μια διαφορετικού είδους κατοχή τόσο σε οικονομικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Στη Δημοκρατία και στην πολιτική η διαφωνία είναι αναμενόμενη και μέσα από αυτήν προκύπτουν και οι λύσεις. Είναι άλλο, όμως, η διαφωνία και άλλο η πολιτική σκοπιμότητα.

Για να είμαστε πραγματικά υπερήφανοι για τις υπογραφές μας, αυτές που θα μπουν κάτω από αυτή την αναθεώρηση του Συντάγματος, οφείλουμε να ξεπεράσουμε μικρές ή μεγάλες σκοπιμότητες πολιτικές, να συνειδητοποιήσουμε γιατί το Σύνταγμα δεν βοήθησε να αποτραπεί η χρεοκοπία, γιατί δεν παρείχε εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μη φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση.

Μόνο έτσι η συνταγματική Αναθεώρηση θα διορθώσει αδύνατα σημεία του Συντάγματος και θα συμβάλλει αποτελεσματικά για το Κράτος, για την κοινωνία, για τον άνθρωπο.

Μέχρι στιγμής μοιάζει, πάντως, να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τις αποτυχίες του παρελθόντος.

Ας έρθουμε τώρα στα θέματα της σημερινής ενότητας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Στην προτείνουσα Βουλή, λοιπόν, και αναφορικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πιστή στον διεθνιστικό της προσανατολισμό και στη μεθόδευση ατόνησης, φυσικά, του εθνικού κράτους και των εθνικών χαρακτηριστικών του Κράτους και της κοινωνίας, υποστήριξε την αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 3 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση της θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Προτείνει το άρθρο 3 να συμπτυχθεί σε μια παράγραφο και ως λόγο για τη συγκεκριμένη αναθεώρηση προβάλλει το ότι πρέπει να είναι συνταγματικά σαφές πως η ρύθμιση του άρθρου 3 δεν προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Κατ’ αρχάς, να επισημάνω μία σύγχυση ιδεών και εννοιών στο σημείο αυτό. Η ουδετερότητα δεν ταυτίζεται με την ελευθερία και, επομένως, η έννοια της θρησκευτικής ουδετερότητας δεν ταυτίζεται με τη θρησκευτική ελευθερία. Το Σύνταγμά μας προστατεύει πανηγυρικά τη θρησκευτική ελευθερία. Είναι το άρθρο 13 παράγραφος 1, το οποίο, μάλιστα, με βάση το άρθρο 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος, δεν αναθεωρείται.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 3, έτσι όπως είναι διαμορφωμένη, δεν συνάγεται ότι προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» έχει πραγματική διάσταση. Αναφέρεται ως «επικρατούσα» με την έννοια ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και όχι με την έννοια ότι υπερτερεί, ότι προηγείται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε επίπεδο θρησκευτικής συνείδησης.

Επιπλέον, ο όρος «επικρατούσα» έχει ιστορικές καταβολές. Συνδέεται με τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων. Δεν μπορούν να ξεχνιούνται σημαντικές στιγμές της ιστορίας μας. Πώς να το κάνουμε; Το «Κρυφό Σχολειό», όπου η παπάς ήταν δάσκαλος, ήταν τρόπος διατήρησης της εθνικής μας συνείδησης και ταυτότητας. Και εκεί, όπως και πολύ πριν και μετά τα ελληνόπουλα διδάχθηκαν τις αρχές της Ορθοδοξίας.

Άλλο, βέβαια, είναι το ζήτημα των οικονομικών στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό, το οποίο εκφεύγει του νοήματος και του σκοπού του άρθρου 3. Οι τέτοιου είδους εναλλακτικές δεν εμπίπτουν στο Σύνταγμα. Αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης κατώτερου, φυσικά του Συντάγματος, κανόνα δικαίου.

Πρέπει, όμως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί κατά τη διάρκεια της κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η όποια αναθεώρηση του κορυφαίου νόμου της πατρίδας μας πρέπει να γίνεται με φειδώ και με περίσκεψη και όχι απλά να αναθεωρούμε για να δείξουμε απλώς έργο. Δεν πειραματιζόμαστε με το Σύνταγμα. Δεν γίνεται έτσι απλά να ισοπεδώνουμε τα πάντα με το επιχείρημα της ουδετερότητας.

Γι’ αυτό, άλλωστε, στην Ελληνική Λύση πιστεύουμε πως είναι περιττή η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης περί διευκρίνισης της «επικρατούσας θρησκείας». Πραγματικά, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που χρειάζεται αναθεώρηση στο άρθρο 3. Μήπως το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη, δογματικά με τη μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, όπως και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού; Μα, η ίδια η διάταξη κάνει λόγο για δογματική ένωση.

Ποιον, άραγε, ενοχλεί αυτός ο σύνδεσμος της Ελλάδος με το Φανάρι, ειδικά σήμερα που οι σχέσεις μας με τη γείτονα χώρα βρίσκονται σε ένα οριακό σημείο;

Το ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις, αλλά και ότι είναι αυτοκέφαλη, δεν αποτελεί υπονόμευση του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά επισημαίνει και πλαισιώνει το ρόλο, το σκοπό και το πώς λειτουργεί η Εκκλησία.

Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η ειδική μνεία, μέσω της παραγράφου 2 του άρθρου 3, περί ύπαρξης εκκλησιαστικού καθεστώτος σε ορισμένες περιοχές του Κράτους. Η διάταξη αναφέρεται σε άλλα καθεστώτα, όπως η Εκκλησία της Κρήτης, όχι, όμως, του Αγίου Όρους, μιας και για την Αθωνική Πολιτεία υπάρχει ειδική διάταξη στο Σύνταγμα, το άρθρο 105.

Τίποτα, λοιπόν, δεν μένει αρρύθμιστο, δεν αφήνεται τίποτα στην τύχη του. Γι’ αυτό και είναι νομικά και νομοτεχνικά λάθος να αφαιρούνται διατάξεις αποσπασματικά από το Σύνταγμα. Αντίθετα, θα πρέπει να γίνεται συνολική επισκόπηση και θεώρηση του συνταγματικού κειμένου.

Σχετικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 13 του Συντάγματος και πέραν των όσων ειπώθηκαν παραπάνω σε σχέση με τη θρησκευτική ελευθερία, η συνταγματική πρόβλεψη στο συγκεκριμένο άρθρο της καθιέρωσης του πολιτικού όρκου θα σήμαινε αλλαγές και σε άλλα άρθρα του Συντάγματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τη συνταγματική κατοχύρωση του πολιτικού όρκου ως έκφραση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Θεωρεί πως αν ο θρησκευτικός όρκος είναι υποχρεωτικός, αντίκειται στη θρησκευτική ελευθερία. Συνεπώς, δεν μπορεί με το πρόσχημα της θρησκευτικής ουδετερότητας να επιχειρούμε να αναθεωρήσουμε άλλα μέρη του Συντάγματος, που έχουν διαφορετικό σκοπό και ρυθμίζουν διαφορετικά αντικείμενα.

Στο τρίτο μέρος του Συντάγματος «Οργάνωση και λειτουργίες της πολιτείας» και ειδικότερα στο δεύτερο τμήμα ρυθμίζονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το άρθρο 33 παράγραφος 2 ρητά προβλέπει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίδει θρησκευτικό όρκο με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος άρχοντας του ελληνικού Κράτους. Είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Βάσει του άρθρου 36 είναι αυτός που εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος και σύμφωνα με το άρθρο 45 είναι ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Αυτές και μόνο, λοιπόν, είναι κάποιες ιδιότητες και αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και ο καθένας εύκολα αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητά του ως προς τον θεσμό, αλλά και ως εκπροσώπου της χώρας μας. Οι ιδιότητές του δεν έχουν να κάνουν με την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά με την άσκηση πράξεων κρατικής κυριαρχίας και εκπροσώπησης της χώρας μας.

Η Ελληνική Λύση ακράδαντα πιστεύει ότι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να δίδει θρησκευτικό και μόνο όρκο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας προσδίδουν ένα κύρος, αλλά είναι και ύψιστη ευθύνη, που εξ ορισμού μόνον θρησκευτικό όρκο συνεπάγονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι έκφραση αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά έκφραση συνειδητοποίησης του υψηλού αισθήματος ευθύνης και πίστης απέναντι στην πατρίδα που πρέπει να έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η Ελληνική Λύση δεν διαπραγματεύεται τη θέση και το ιερό καθήκον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος σύμφωνα με το Σύνταγμα δίδει μόνο θρησκευτικό όρκο.

Αντίστοιχα, πρεσβεύουμε και για το άρθρο 59 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που προβλέπει τον θρησκευτικό όρκο για τους Βουλευτές, οι οποίοι αναλαμβάνουν καθήκοντα.

Όσον αφορά τους Βουλευτές, ο θρησκευτικός όρκος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη σημαντικότητα των καθηκόντων των Βουλευτών. Γι’ αυτό και υποστηρίζουμε ότι και η παράγραφος 2 του άρθρου 59 δεν χρήζει αναθεώρησης. Η βουλευτική ιδιότητα και το καθήκον του Βουλευτή δεν διαφοροποιούνται στην περίπτωση που ο Βουλευτής είναι αλλόθρησκος ή ετερόδοξος, ούτε βέβαια είναι ήσσονος σημασίας ο θρησκευτικός όρκος ετερόδοξου ή αλλόθρησκου. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι η θρησκευτική ελευθερία; Αυτό δεν είναι έκφραση θρησκευτικής συνείδησης, αυτό που ζητάτε;

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, υποστηρίζουμε ότι τα άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2 του Συντάγματος πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, ενόψει του ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από την προτείνουσα Βουλή, ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των άρθρων που πρόκειται να αναθεωρηθούν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όχι μόνο στη σημερινή ενότητα ως προς την αναθεώρηση άρθρων, αλλά και για το σύνολο των προς αναθεώρηση άρθρων διαφαίνεται ότι θα υπάρξουν έντονες διαφωνίες. Πρόκειται για διαφωνίες που διατυπώνονται απλώς για μικροπολιτικούς λόγους. Με αυτήν τη λογική, όπως είπα, η χώρα χρεοκόπησε, αλλά μυαλό δεν βάλαμε.

Ήδη από τη χθεσινή ημέρα φάνηκαν τα ιδεολογικά οχυρά μεταξύ νεοαριστεράς και νεοδεξιάς. Κακοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, που αναπαράγουν το ξεπερασμένο από το πραγματικά εθνικό δίπολο Αριστεράς και Δεξιάς. Προφανώς και δεν έχουν κάτι άλλο να πουν. Έχουν, δε, την ψευδαίσθηση ότι με το παρωχημένο αυτό δίπολο μπορούν να παραπλανούν και να αποπροσανατολίζουν τον ελληνικό λαό. Αυτή η στείρα αντιπαράθεση έχει περάσει στο πολιτικό τους DNA. Όπως, όμως, είπα και χθες, τόσο η νεοαριστερά, όσο και η νεοδεξιά στο παρασκήνιο επί της ουσίας ταυτίζονται απόλυτα στα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης και έχουν τα ίδια διεθνή αφεντικά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είπα και εχθές ότι το σύγχρονο πολιτικό δίλημμα δεν είναι «αριστερά και δεξιά». Είναι διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη μία και οι πατρίδες από την άλλη, διεθνής οικονομική ελίτ από το ένα μέρος και οι εθνικές κοινωνίες από το άλλο μέρος. Αυτό το δίλημμα υπηρετούμε εμείς και σας καλούμε σε αυτό το πραγματικό, πλέον, δίλημμα να επικεντρωθούμε. Το δίλημμα αυτό άρχισε πλέον να καλλιεργείται από την εξωσυστημική πνευματική ελίτ της χώρας μας, αλλά και όλων των χωρών του πλανήτη και βρίσκεται ήδη σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον λαό. Ας μην το κρύβουμε από τον ελληνικό λαό.

Από χθες, λοιπόν, άρχισε μια συζήτηση, η οποία είδα να αναπαράγεται και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, για το ζήτημα εάν η προτείνουσα Βουλή δεσμεύει με τις κατευθύνσεις της την αναθεωρητική Βουλή ή αν η παρούσα αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται μόνο από τις προς αναθεώρηση διατάξεις και όχι από τις κατευθύνσεις.

Και μέσα από όλα αυτά, τέθηκε το ζήτημα ότι η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί, υποτίθεται, ο λαός. Ακούστε την υποκρισία. Δηλαδή η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί ο λαός!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας σταθούμε ειλικρινείς. Ερωτώ ευθέως: Θέλετε, δηλαδή, να μας πείτε ότι ο λαός γνώριζε τις λεπτομέρειες της πρότασης για την αναθεώρηση και τοποθετήθηκε ανάλογα στις πρόσφατες εκλογές; Μα, μόλις χθες ο κ. Λοβέρδος, αν δεν κάνω λάθος, είπε πως αυτά που συζητήθηκαν στην πρώτη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, έμειναν μέσα στους τοίχους της Βουλής και δεν πέρασαν στον λαό.

Εμείς, μάλιστα, ως υποψήφιοι Βουλευτές της Ελληνικής Λύσης τότε, προσπαθούσαμε να θέσουμε τα θέματα της συνταγματικής αναθεώρησης και στα διάφορα πάνελ των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όταν φυσικά αυτά μας προκαλούσαν, αλλά οι δημοσιογράφοι άλλαζαν κουβέντα.

Πότε, λοιπόν, ενημερώθηκε ο ελληνικός λαός για τις συγκεκριμένες προτάσεις αναθεώρησης, ώστε να τοποθετηθεί ανάλογα στις εκλογές; Δηλαδή, θέλετε να πούμε ότι ψήφισε στις εκλογές ο ελληνικός λαός με βάση αυτό! Δεν γίνονται αυτά.

Ας πάψουμε, λοιπόν, να επικαλούμαστε ότι ο λαός γνώριζε. Ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς απέναντι στον κόσμο.

Όταν ο λαός ψηφίζει, ψηφίζει κυβέρνηση με βάση κομματικά και ιδεολογικά κριτήρια και δεν γνωρίζει ούτε λαμβάνει υπόψη του τις προς αναθεώρηση διατάξεις. Αυτή είναι η αλήθεια και τη γνωρίζουμε όλοι. Ο λαός θα αποφάσιζε πραγματικά σχετικά με τις προς αναθεώρηση διατάξεις μόνο αν αυτό γινόταν με δημοψήφισμα.

Όποιος, λοιπόν, πραγματικά πιστεύει στον ελληνικό λαό και θέλει να εμπλέξει τον ελληνικό λαό στην αναθεωρητική διαδικασία, ιδού η Ρόδος ιδού και το δημοψήφισμα. Πριν βιαστείτε να κρίνετε, όμως, ομιλώ για ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα.

Σήμερα, λοιπόν, μιλάμε για ένα πολύ καυτό θέμα, αυτό των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας και σχετικών θεμάτων για τα οποία ήδη άρχισαν οι διαφωνίες. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλα τέτοια θέματα. Θα υπάρξουν πάλι διαφωνίες. Και στο τέλος της ημέρας η κυβερνητική πλειοψηφία -όπως συμβαίνει πάντα- θα ψηφίσει ό,τι θέλει.

Λέω, λοιπόν, ότι τις διαφωνίες αυτές μπορεί άνετα να τις επιλύσει ο ίδιος ο λαός με ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα, για να δούμε, επιτέλους, ποια είναι η άποψή του πάνω στα σοβαρά θέματα, ποια είναι η άποψή του στα θέματα εθνικής σπουδαιότητας και έπειτα η κυβερνητική πλειοψηφία ας πράξει ό,τι νομίζει.

Στο σημείο αυτό θα επικαλεστώ τα λόγια του πρώην Προέδρου της Βουλής, του κ. Βούτση, από σχετική συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Βουλής, στην οποία ήταν και εν ενεργεία Πρόεδρος. Επειδή ως δημοσιογράφος αναφέρω πάντα τις πηγές μου, τη συνέντευξη αυτή την ανακάλυψα στη σελίδα vouliwatch.gr.

Μίλησε τότε ο κ. Βούτσης για «έναν συμβουλευτικό ή επικουρικό ρόλο στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης που θα έχει η οποιαδήποτε προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ο κ. Βούτσης ότι αν προκύψουν σοβαρά επιμέρους προβλήματα για τα νερά, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τους διακριτούς ρόλους κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει γι’ αυτά τα θέματα να υπάρχουν γνωμοδοτικές διαδικασίες, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από το πώς θα υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση».

Επομένως, μπορούμε εδώ να συμφωνήσουμε ότι για μείζονα θέματα που θα προκύψουν διαφωνίες στην παρούσα διαδικασία, να ζητήσουμε, τουλάχιστον, τη γνώμη του λαού.

Πέρα από αυτό, έχει υποστηριχθεί επιστημονικά και η δυνατότητα ακόμα και ενός δεσμευτικού χαρακτήρα δημοψηφίσματος στην αναθεωρητική διαδικασία, έτσι όπως αυτή ισχύει στο Σύνταγμά μας, με βάση το ισχύον άρθρο 110.

Σχετικά έχουν αναπτυχθεί τρεις θεωρίες: Η θεωρία του αποκλεισμού του δημοψηφίσματος, η θεωρία της υποκατάστασης της αναθεωρητικής διαδικασίας από το δημοψήφισμα και η θεωρία –τρίτον- του συγκερασμού δημοψηφίσματος και αναθεωρητικής διαδικασίας. Κρατούσα είναι η θεωρία του αποκλεισμού.

Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η τρίτη θεωρία, η θεωρία του συγκερασμού, η οποία συνδυάζει την αυστηρότητά του Συντάγματος από τη μία, με τη λαϊκή συμμετοχή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το δημοψήφισμα μπορεί να ενταχθεί είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, για να κριθεί από τον λαό και η απόφαση που έχει ληφθεί από τη Βουλή.

Με τον τρόπο αυτό, η αναθεώρηση, αν θέλετε, γίνεται ακόμα δυσκολότερη και μάλιστα, όχι μόνο ξεφεύγει από τα στενά κομματικά πλαίσια και τα μικροκομματικά συμφέροντα, αλλά θα αναγκάσει όλα τα κόμματα να συνεργαστούν με ειλικρίνεια, προκειμένου να μην εκτεθούν απέναντι στον λαό, παρουσιάζοντας μια προοπτική που θα δίνει πραγματικές προοπτικές στη δημοκρατία και το μέλλον.

Πολλά, λοιπόν, μπορούν να γίνουν, όπως και η μη κρατούσα αυτή τη στιγμή θεωρία να γίνει κρατούσα, φτάνει να το θέλουμε. Όμως, το ερώτημα είναι αν θέλει το πολιτικό προσωπικό –και, εν προκειμένω, εκείνο της κυβερνώσας παράταξης- να εμπλέξει τον λαό στην αναθεωρητική διαδικασία ή αν θέλει τελικά να κρατήσει σφιχτά και στεγανά το Σύνταγμα στην πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Δυστυχώς, φοβάμαι ότι θα γίνει το τελευταίο».

 

 

Νέα Ζηλανδία: Νομιμοποίησε την πληρωμή μισθών με κρυπτονόμισμα

Νέα Ζηλανδία: Νομιμοποίησε την πληρωμή μισθών με κρυπτονόμισμα

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί πλέον την πρώτη χώρα που νομιμοποίησε την πληρωμή μισθών με κρυπτονόμισμα, έπειτα από την οδηγία που εξέδωσαν το υπουργείο Εσωτερικών Εσόδων και η εφορία για την πειραματική εφαρμογή, από την 1η Σεπτεμβρίου και αρχικά για μία τριετία, της πληρωμής των μισθών των υπαλλήλων σε κρυπτονόμισμα.

Η νομοθεσία, που εγκρίθηκε στις 7 Αυγούστου, προβλέπει την δυνατότητα πληρωμής με κρυπτονόμισμα σε τακτική βάση ενός τμήματος των μισθωτών υπαλλήλων και εξαιρεί τους ελεύθερους επαγγελματίες και υπεργολάβους.

Επιπλέον, επιτάσσει πως τα κρυπτονομίσματα αυτά θα πρέπει να μπορούν να μετατρέπονται “με τρόπο άμεσο” σε κάποιο σταθερό, ενιαίο κρυπτονόμισμα, του οποίου η ισοτιμία θα είναι συνδεδεμένη με ένα, ή περισσότερα εθνικά νομίσματα.

Όπως τονίζει ο νομοθέτης, “δεν είναι όλα τα κρυπτονομίσματα αποδεκτά”, αποσαφηνίζοντας πως για να θεωρηθούν κατάλληλα για την καταβολή “μισθών ή αποζημιώσεων” θα πρέπει να έχουν ομοιότητες με τα υπάρχοντα επίσημα νομίσματα, ώστε να μην κινδυνεύουν με κυρωτικά μέτρα, ή απαγορεύσεις και να μπορούν να μετατραπούν σε κάποιο εθνικό νόμισμα.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Από: capital.gr

Η ΝΔ εκφοβίζει και δηλώνει ότι θα καταργήσει την απλή αναλογική

Η ΝΔ εκφοβίζει και δηλώνει ότι θα καταργήσει την απλή αναλογική

Του Χασάπη Πέτρου*
Τις πιο κάτω γραμμές ας τις διαβάσουν πολύ καλά τόσο οι ψηφοφόροι των μικρότερων εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων, όσο και τα στελέχη αυτών των κομμάτων και να ψηφίσουν ανάλογα στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019. Καλό όμως θα ήταν να τις διαβάσουν και οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι των καθεστωτικών κομμάτων, θα τους κάνει καλό.

Ο κ. Μητσοτάκης και τα στελέχη της ΝΔ, διατυμπανίζουν προς κάθε κατεύθυνση ότι ένα από τα πρώτα νομοσχέδια που θα ψηφίσει η κυβέρνηση της ΝΔ, θα είναι η κατάργηση του εκλογικού νόμου της απλής αναλογικής, ο οποίος θα ισχύσει (αν δεν συμφωνήσουν τα υπόλοιπα κόμματα) από τις μεθεπόμενες εκλογές. Τρομοκρατούν μάλιστα πολιτικά τον κόσμο επισείοντας τον κίνδυνο ακυβερνησίας και ως εκ τούτου δήθεν καταστροφής της χώρας κ.λ.π. Δηλαδή μας ομιλούν πάλι για βράχια κ.λ.π., όπως έκαναν τότε με το μνημόνιο και την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, για να σωθεί τάχα η χώρα και βλέπουμε πως καταντήσαμε.

Όσοι ξέρουν τι ακριβώς βούλεται η οικογενειοκρατική πολιτική ελίτ της ΝΔ (και όχι φυσικά οι απλοί ψηφοφόροι της, οι οποίοι είναι πολιτικά θύματά της), αντιλαμβάνονται ότι αυτή η ελίτ παθαίνει πολιτική αναφυλαξία και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να επικρατήσει η βούληση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού (άλλωστε το απέδειξα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος το 2015) και όχι της δικής της πολιτικά ελεγχόμενης μειοψηφίας.

Ας δούμε όμως για πιο πράγμα μιλάμε. Σύμφωνα με τα εκλογικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών (εάν αυτά ήταν βουλευτικών) και με την εφαρμογή του ισχύοντος bonus Παυλόπουλου (των 50 εδρών), θα είχαμε τώρα τις εξής έδρες: ΝΔ 155, ΣΥΡΙΖΑ 75, ΚΙΝΑΛ 24, ΚΚΕ 17, ΧΑ 16 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ 13. Σύμφωνα με το νέο νόμο της απλής αναλογικής, που θα ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές, θα είχαμε: ΝΔ 126, ΣΥΡΙΖΑ 90, ΚΙΝΑΛ 29, ΚΚΕ 20, ΧΑ 19, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ 16.

Για ποια ακυβερνησία μιλάει η ΝΔ; Μπορεί άνετα να συγκυβερνήσει είτε με το ΚΙΝΑΛ, είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου δεν έχουν καμία απολύτως πραγματική διαφορά μεταξύ τους. Την ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική των οικονομικών αφεντικών τους εφαρμόζουν.

Το πραγματικό πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η ακυβερνησία. Το πραγματικό πρόβλημα είναι το μέλλον των κομμάτων που θα συγκυβερνήσουν. Ξέρουν πολύ καλά ότι θα υπάρξει φθορά και έτσι αναγκαστικά θα ξεπεταχτούν και θα ανέβουν νέα κόμματα. Αυτό δεν το θέλουν οι πολιτικές οικογένειες της ΝΔ, αλλά ούτε και οι ελίτ των άλλων καθεστωτικών κομμάτων. Θέλουν να παίζουν το παιχνίδι της πόλωσης και να εναλλάσσονται στην εξουσία τα ίδια κόμματα και τα ίδια πολιτικά πρόσωπα που χρεοκόπησαν τη χώρα.

Όσοι λοιπόν ψήφισαν μικρότερα κόμματα, θα πρέπει να ενισχύσουν εκείνα τα κόμματα, όπως είναι για παράδειγμα η Ελληνική Λύση, που μάχονται υπέρ της απλής αναλογικής, ώστε να υπάρξει επιτέλους αλλαγή στο χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα της χώρας.

Και να μην φοβάται κανείς. Δεν πρόκειται να υπάρξει καμία ακυβερνησία. Κανένα κράτος δεν έμεινε ποτέ ακυβέρνητο. Ο μόνος κίνδυνος είναι να ανατραπεί η κρατικοδίαιτη και παρασιτική ολιγαρχία και να ανασάνει οικονομικά και πολιτικά η χώρα.

——————————————————————————–
*Δικηγόρος και Οικονομολόγος
Υποψήφιος Βουλευτής με την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ
Στην Β΄ Αθηνών – Β1 Βόρειος Τομέας