Συντάκτης: Χασάπης Πέτρος

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; –  Όρκος των πολιτικών.

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; – Όρκος των πολιτικών.

Του Πέτρου Χασάπη
Την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για την αναθεώρηση του Συντάγματος η πρώτη ενότητα των άρθρων εκείνων που αφορούν τη Χριστιανική θρησκεία και τον θρησκευτικό όρκο (άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2).

Εισηγητής από την πλευρά του κόμματος της Ελληνικής Λύσης ήταν ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Χήτας, ο οποίος είπε τα εξής:

«Το Σύνταγμά μας δεν είναι ένα αμιγώς νομοτεχνικό κείμενο. Είναι συνυφασμένο με την ιστορία της πατρίδας μας, τον πολιτισμό μας, τη θρησκευτική συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και τις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821.

Στο πέρασμα των ετών, αλλά και των γεγονότων που συνέβησαν και σημάδεψαν την ιστορία μας και την πορεία μας, υπήρξαν πολλά συντάγματα, τα οποία στη συνέχεια αναθεωρήθηκαν, αλλά και επικρίθηκαν, γι’ αυτό και εξάλλου εγκαταλείφθηκαν.

Δεν στάθηκαν, προφανώς, ικανά να αποτρέψουν καταστάσεις που υπήρξαν καταστροφικές για τη χώρα και το λαό.

Για παράδειγμα, το Σύνταγμα του 1957 δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει τη Δικτατορία του 1967. Το σημερινό Σύνταγμα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας αναθεωρήθηκε το 2008. Δεν στάθηκε, όμως, ικανό να αποτρέψει τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, τη χρεοκοπία της χώρας και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Καμία από τις τρεις αναθεωρήσεις δεν απέτρεψε την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας, αλλά και την υποχωρητικότητα της χώρας έναντι των εθνικιστικών γειτόνων μας βόρεια και ανατολικά.

Εν έτη 2019, λοιπόν, και με βαριά τη σκιά όλων αυτών των εθνικών αποτυχιών, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε το ισχύον Σύνταγμα για τέταρτη φορά.

Δυστυχώς, τα πρώτα δείγματα γραφής δεν είναι ενθαρρυντικά. Διαπιστώνω πως δεν δείχνουμε τη γενναιότητα να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε ρότα. Συνεχίζουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Συνεχίζουμε λες και η Ελλάδα δεν διανύει μια διαφορετικού είδους κατοχή τόσο σε οικονομικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Στη Δημοκρατία και στην πολιτική η διαφωνία είναι αναμενόμενη και μέσα από αυτήν προκύπτουν και οι λύσεις. Είναι άλλο, όμως, η διαφωνία και άλλο η πολιτική σκοπιμότητα.

Για να είμαστε πραγματικά υπερήφανοι για τις υπογραφές μας, αυτές που θα μπουν κάτω από αυτή την αναθεώρηση του Συντάγματος, οφείλουμε να ξεπεράσουμε μικρές ή μεγάλες σκοπιμότητες πολιτικές, να συνειδητοποιήσουμε γιατί το Σύνταγμα δεν βοήθησε να αποτραπεί η χρεοκοπία, γιατί δεν παρείχε εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μη φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση.

Μόνο έτσι η συνταγματική Αναθεώρηση θα διορθώσει αδύνατα σημεία του Συντάγματος και θα συμβάλλει αποτελεσματικά για το Κράτος, για την κοινωνία, για τον άνθρωπο.

Μέχρι στιγμής μοιάζει, πάντως, να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τις αποτυχίες του παρελθόντος.

Ας έρθουμε τώρα στα θέματα της σημερινής ενότητας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Στην προτείνουσα Βουλή, λοιπόν, και αναφορικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πιστή στον διεθνιστικό της προσανατολισμό και στη μεθόδευση ατόνησης, φυσικά, του εθνικού κράτους και των εθνικών χαρακτηριστικών του Κράτους και της κοινωνίας, υποστήριξε την αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 3 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση της θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Προτείνει το άρθρο 3 να συμπτυχθεί σε μια παράγραφο και ως λόγο για τη συγκεκριμένη αναθεώρηση προβάλλει το ότι πρέπει να είναι συνταγματικά σαφές πως η ρύθμιση του άρθρου 3 δεν προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Κατ’ αρχάς, να επισημάνω μία σύγχυση ιδεών και εννοιών στο σημείο αυτό. Η ουδετερότητα δεν ταυτίζεται με την ελευθερία και, επομένως, η έννοια της θρησκευτικής ουδετερότητας δεν ταυτίζεται με τη θρησκευτική ελευθερία. Το Σύνταγμά μας προστατεύει πανηγυρικά τη θρησκευτική ελευθερία. Είναι το άρθρο 13 παράγραφος 1, το οποίο, μάλιστα, με βάση το άρθρο 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος, δεν αναθεωρείται.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 3, έτσι όπως είναι διαμορφωμένη, δεν συνάγεται ότι προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» έχει πραγματική διάσταση. Αναφέρεται ως «επικρατούσα» με την έννοια ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και όχι με την έννοια ότι υπερτερεί, ότι προηγείται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε επίπεδο θρησκευτικής συνείδησης.

Επιπλέον, ο όρος «επικρατούσα» έχει ιστορικές καταβολές. Συνδέεται με τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων. Δεν μπορούν να ξεχνιούνται σημαντικές στιγμές της ιστορίας μας. Πώς να το κάνουμε; Το «Κρυφό Σχολειό», όπου η παπάς ήταν δάσκαλος, ήταν τρόπος διατήρησης της εθνικής μας συνείδησης και ταυτότητας. Και εκεί, όπως και πολύ πριν και μετά τα ελληνόπουλα διδάχθηκαν τις αρχές της Ορθοδοξίας.

Άλλο, βέβαια, είναι το ζήτημα των οικονομικών στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό, το οποίο εκφεύγει του νοήματος και του σκοπού του άρθρου 3. Οι τέτοιου είδους εναλλακτικές δεν εμπίπτουν στο Σύνταγμα. Αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης κατώτερου, φυσικά του Συντάγματος, κανόνα δικαίου.

Πρέπει, όμως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί κατά τη διάρκεια της κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η όποια αναθεώρηση του κορυφαίου νόμου της πατρίδας μας πρέπει να γίνεται με φειδώ και με περίσκεψη και όχι απλά να αναθεωρούμε για να δείξουμε απλώς έργο. Δεν πειραματιζόμαστε με το Σύνταγμα. Δεν γίνεται έτσι απλά να ισοπεδώνουμε τα πάντα με το επιχείρημα της ουδετερότητας.

Γι’ αυτό, άλλωστε, στην Ελληνική Λύση πιστεύουμε πως είναι περιττή η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης περί διευκρίνισης της «επικρατούσας θρησκείας». Πραγματικά, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που χρειάζεται αναθεώρηση στο άρθρο 3. Μήπως το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη, δογματικά με τη μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, όπως και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού; Μα, η ίδια η διάταξη κάνει λόγο για δογματική ένωση.

Ποιον, άραγε, ενοχλεί αυτός ο σύνδεσμος της Ελλάδος με το Φανάρι, ειδικά σήμερα που οι σχέσεις μας με τη γείτονα χώρα βρίσκονται σε ένα οριακό σημείο;

Το ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις, αλλά και ότι είναι αυτοκέφαλη, δεν αποτελεί υπονόμευση του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά επισημαίνει και πλαισιώνει το ρόλο, το σκοπό και το πώς λειτουργεί η Εκκλησία.

Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η ειδική μνεία, μέσω της παραγράφου 2 του άρθρου 3, περί ύπαρξης εκκλησιαστικού καθεστώτος σε ορισμένες περιοχές του Κράτους. Η διάταξη αναφέρεται σε άλλα καθεστώτα, όπως η Εκκλησία της Κρήτης, όχι, όμως, του Αγίου Όρους, μιας και για την Αθωνική Πολιτεία υπάρχει ειδική διάταξη στο Σύνταγμα, το άρθρο 105.

Τίποτα, λοιπόν, δεν μένει αρρύθμιστο, δεν αφήνεται τίποτα στην τύχη του. Γι’ αυτό και είναι νομικά και νομοτεχνικά λάθος να αφαιρούνται διατάξεις αποσπασματικά από το Σύνταγμα. Αντίθετα, θα πρέπει να γίνεται συνολική επισκόπηση και θεώρηση του συνταγματικού κειμένου.

Σχετικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 13 του Συντάγματος και πέραν των όσων ειπώθηκαν παραπάνω σε σχέση με τη θρησκευτική ελευθερία, η συνταγματική πρόβλεψη στο συγκεκριμένο άρθρο της καθιέρωσης του πολιτικού όρκου θα σήμαινε αλλαγές και σε άλλα άρθρα του Συντάγματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τη συνταγματική κατοχύρωση του πολιτικού όρκου ως έκφραση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Θεωρεί πως αν ο θρησκευτικός όρκος είναι υποχρεωτικός, αντίκειται στη θρησκευτική ελευθερία. Συνεπώς, δεν μπορεί με το πρόσχημα της θρησκευτικής ουδετερότητας να επιχειρούμε να αναθεωρήσουμε άλλα μέρη του Συντάγματος, που έχουν διαφορετικό σκοπό και ρυθμίζουν διαφορετικά αντικείμενα.

Στο τρίτο μέρος του Συντάγματος «Οργάνωση και λειτουργίες της πολιτείας» και ειδικότερα στο δεύτερο τμήμα ρυθμίζονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το άρθρο 33 παράγραφος 2 ρητά προβλέπει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίδει θρησκευτικό όρκο με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος άρχοντας του ελληνικού Κράτους. Είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Βάσει του άρθρου 36 είναι αυτός που εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος και σύμφωνα με το άρθρο 45 είναι ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Αυτές και μόνο, λοιπόν, είναι κάποιες ιδιότητες και αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και ο καθένας εύκολα αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητά του ως προς τον θεσμό, αλλά και ως εκπροσώπου της χώρας μας. Οι ιδιότητές του δεν έχουν να κάνουν με την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά με την άσκηση πράξεων κρατικής κυριαρχίας και εκπροσώπησης της χώρας μας.

Η Ελληνική Λύση ακράδαντα πιστεύει ότι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να δίδει θρησκευτικό και μόνο όρκο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας προσδίδουν ένα κύρος, αλλά είναι και ύψιστη ευθύνη, που εξ ορισμού μόνον θρησκευτικό όρκο συνεπάγονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι έκφραση αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά έκφραση συνειδητοποίησης του υψηλού αισθήματος ευθύνης και πίστης απέναντι στην πατρίδα που πρέπει να έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η Ελληνική Λύση δεν διαπραγματεύεται τη θέση και το ιερό καθήκον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος σύμφωνα με το Σύνταγμα δίδει μόνο θρησκευτικό όρκο.

Αντίστοιχα, πρεσβεύουμε και για το άρθρο 59 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που προβλέπει τον θρησκευτικό όρκο για τους Βουλευτές, οι οποίοι αναλαμβάνουν καθήκοντα.

Όσον αφορά τους Βουλευτές, ο θρησκευτικός όρκος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη σημαντικότητα των καθηκόντων των Βουλευτών. Γι’ αυτό και υποστηρίζουμε ότι και η παράγραφος 2 του άρθρου 59 δεν χρήζει αναθεώρησης. Η βουλευτική ιδιότητα και το καθήκον του Βουλευτή δεν διαφοροποιούνται στην περίπτωση που ο Βουλευτής είναι αλλόθρησκος ή ετερόδοξος, ούτε βέβαια είναι ήσσονος σημασίας ο θρησκευτικός όρκος ετερόδοξου ή αλλόθρησκου. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι η θρησκευτική ελευθερία; Αυτό δεν είναι έκφραση θρησκευτικής συνείδησης, αυτό που ζητάτε;

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, υποστηρίζουμε ότι τα άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2 του Συντάγματος πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, ενόψει του ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από την προτείνουσα Βουλή, ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των άρθρων που πρόκειται να αναθεωρηθούν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όχι μόνο στη σημερινή ενότητα ως προς την αναθεώρηση άρθρων, αλλά και για το σύνολο των προς αναθεώρηση άρθρων διαφαίνεται ότι θα υπάρξουν έντονες διαφωνίες. Πρόκειται για διαφωνίες που διατυπώνονται απλώς για μικροπολιτικούς λόγους. Με αυτήν τη λογική, όπως είπα, η χώρα χρεοκόπησε, αλλά μυαλό δεν βάλαμε.

Ήδη από τη χθεσινή ημέρα φάνηκαν τα ιδεολογικά οχυρά μεταξύ νεοαριστεράς και νεοδεξιάς. Κακοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, που αναπαράγουν το ξεπερασμένο από το πραγματικά εθνικό δίπολο Αριστεράς και Δεξιάς. Προφανώς και δεν έχουν κάτι άλλο να πουν. Έχουν, δε, την ψευδαίσθηση ότι με το παρωχημένο αυτό δίπολο μπορούν να παραπλανούν και να αποπροσανατολίζουν τον ελληνικό λαό. Αυτή η στείρα αντιπαράθεση έχει περάσει στο πολιτικό τους DNA. Όπως, όμως, είπα και χθες, τόσο η νεοαριστερά, όσο και η νεοδεξιά στο παρασκήνιο επί της ουσίας ταυτίζονται απόλυτα στα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης και έχουν τα ίδια διεθνή αφεντικά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είπα και εχθές ότι το σύγχρονο πολιτικό δίλημμα δεν είναι «αριστερά και δεξιά». Είναι διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη μία και οι πατρίδες από την άλλη, διεθνής οικονομική ελίτ από το ένα μέρος και οι εθνικές κοινωνίες από το άλλο μέρος. Αυτό το δίλημμα υπηρετούμε εμείς και σας καλούμε σε αυτό το πραγματικό, πλέον, δίλημμα να επικεντρωθούμε. Το δίλημμα αυτό άρχισε πλέον να καλλιεργείται από την εξωσυστημική πνευματική ελίτ της χώρας μας, αλλά και όλων των χωρών του πλανήτη και βρίσκεται ήδη σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον λαό. Ας μην το κρύβουμε από τον ελληνικό λαό.

Από χθες, λοιπόν, άρχισε μια συζήτηση, η οποία είδα να αναπαράγεται και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, για το ζήτημα εάν η προτείνουσα Βουλή δεσμεύει με τις κατευθύνσεις της την αναθεωρητική Βουλή ή αν η παρούσα αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται μόνο από τις προς αναθεώρηση διατάξεις και όχι από τις κατευθύνσεις.

Και μέσα από όλα αυτά, τέθηκε το ζήτημα ότι η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί, υποτίθεται, ο λαός. Ακούστε την υποκρισία. Δηλαδή η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί ο λαός!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας σταθούμε ειλικρινείς. Ερωτώ ευθέως: Θέλετε, δηλαδή, να μας πείτε ότι ο λαός γνώριζε τις λεπτομέρειες της πρότασης για την αναθεώρηση και τοποθετήθηκε ανάλογα στις πρόσφατες εκλογές; Μα, μόλις χθες ο κ. Λοβέρδος, αν δεν κάνω λάθος, είπε πως αυτά που συζητήθηκαν στην πρώτη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, έμειναν μέσα στους τοίχους της Βουλής και δεν πέρασαν στον λαό.

Εμείς, μάλιστα, ως υποψήφιοι Βουλευτές της Ελληνικής Λύσης τότε, προσπαθούσαμε να θέσουμε τα θέματα της συνταγματικής αναθεώρησης και στα διάφορα πάνελ των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όταν φυσικά αυτά μας προκαλούσαν, αλλά οι δημοσιογράφοι άλλαζαν κουβέντα.

Πότε, λοιπόν, ενημερώθηκε ο ελληνικός λαός για τις συγκεκριμένες προτάσεις αναθεώρησης, ώστε να τοποθετηθεί ανάλογα στις εκλογές; Δηλαδή, θέλετε να πούμε ότι ψήφισε στις εκλογές ο ελληνικός λαός με βάση αυτό! Δεν γίνονται αυτά.

Ας πάψουμε, λοιπόν, να επικαλούμαστε ότι ο λαός γνώριζε. Ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς απέναντι στον κόσμο.

Όταν ο λαός ψηφίζει, ψηφίζει κυβέρνηση με βάση κομματικά και ιδεολογικά κριτήρια και δεν γνωρίζει ούτε λαμβάνει υπόψη του τις προς αναθεώρηση διατάξεις. Αυτή είναι η αλήθεια και τη γνωρίζουμε όλοι. Ο λαός θα αποφάσιζε πραγματικά σχετικά με τις προς αναθεώρηση διατάξεις μόνο αν αυτό γινόταν με δημοψήφισμα.

Όποιος, λοιπόν, πραγματικά πιστεύει στον ελληνικό λαό και θέλει να εμπλέξει τον ελληνικό λαό στην αναθεωρητική διαδικασία, ιδού η Ρόδος ιδού και το δημοψήφισμα. Πριν βιαστείτε να κρίνετε, όμως, ομιλώ για ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα.

Σήμερα, λοιπόν, μιλάμε για ένα πολύ καυτό θέμα, αυτό των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας και σχετικών θεμάτων για τα οποία ήδη άρχισαν οι διαφωνίες. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλα τέτοια θέματα. Θα υπάρξουν πάλι διαφωνίες. Και στο τέλος της ημέρας η κυβερνητική πλειοψηφία -όπως συμβαίνει πάντα- θα ψηφίσει ό,τι θέλει.

Λέω, λοιπόν, ότι τις διαφωνίες αυτές μπορεί άνετα να τις επιλύσει ο ίδιος ο λαός με ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα, για να δούμε, επιτέλους, ποια είναι η άποψή του πάνω στα σοβαρά θέματα, ποια είναι η άποψή του στα θέματα εθνικής σπουδαιότητας και έπειτα η κυβερνητική πλειοψηφία ας πράξει ό,τι νομίζει.

Στο σημείο αυτό θα επικαλεστώ τα λόγια του πρώην Προέδρου της Βουλής, του κ. Βούτση, από σχετική συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Βουλής, στην οποία ήταν και εν ενεργεία Πρόεδρος. Επειδή ως δημοσιογράφος αναφέρω πάντα τις πηγές μου, τη συνέντευξη αυτή την ανακάλυψα στη σελίδα vouliwatch.gr.

Μίλησε τότε ο κ. Βούτσης για «έναν συμβουλευτικό ή επικουρικό ρόλο στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης που θα έχει η οποιαδήποτε προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ο κ. Βούτσης ότι αν προκύψουν σοβαρά επιμέρους προβλήματα για τα νερά, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τους διακριτούς ρόλους κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει γι’ αυτά τα θέματα να υπάρχουν γνωμοδοτικές διαδικασίες, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από το πώς θα υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση».

Επομένως, μπορούμε εδώ να συμφωνήσουμε ότι για μείζονα θέματα που θα προκύψουν διαφωνίες στην παρούσα διαδικασία, να ζητήσουμε, τουλάχιστον, τη γνώμη του λαού.

Πέρα από αυτό, έχει υποστηριχθεί επιστημονικά και η δυνατότητα ακόμα και ενός δεσμευτικού χαρακτήρα δημοψηφίσματος στην αναθεωρητική διαδικασία, έτσι όπως αυτή ισχύει στο Σύνταγμά μας, με βάση το ισχύον άρθρο 110.

Σχετικά έχουν αναπτυχθεί τρεις θεωρίες: Η θεωρία του αποκλεισμού του δημοψηφίσματος, η θεωρία της υποκατάστασης της αναθεωρητικής διαδικασίας από το δημοψήφισμα και η θεωρία –τρίτον- του συγκερασμού δημοψηφίσματος και αναθεωρητικής διαδικασίας. Κρατούσα είναι η θεωρία του αποκλεισμού.

Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η τρίτη θεωρία, η θεωρία του συγκερασμού, η οποία συνδυάζει την αυστηρότητά του Συντάγματος από τη μία, με τη λαϊκή συμμετοχή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το δημοψήφισμα μπορεί να ενταχθεί είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, για να κριθεί από τον λαό και η απόφαση που έχει ληφθεί από τη Βουλή.

Με τον τρόπο αυτό, η αναθεώρηση, αν θέλετε, γίνεται ακόμα δυσκολότερη και μάλιστα, όχι μόνο ξεφεύγει από τα στενά κομματικά πλαίσια και τα μικροκομματικά συμφέροντα, αλλά θα αναγκάσει όλα τα κόμματα να συνεργαστούν με ειλικρίνεια, προκειμένου να μην εκτεθούν απέναντι στον λαό, παρουσιάζοντας μια προοπτική που θα δίνει πραγματικές προοπτικές στη δημοκρατία και το μέλλον.

Πολλά, λοιπόν, μπορούν να γίνουν, όπως και η μη κρατούσα αυτή τη στιγμή θεωρία να γίνει κρατούσα, φτάνει να το θέλουμε. Όμως, το ερώτημα είναι αν θέλει το πολιτικό προσωπικό –και, εν προκειμένω, εκείνο της κυβερνώσας παράταξης- να εμπλέξει τον λαό στην αναθεωρητική διαδικασία ή αν θέλει τελικά να κρατήσει σφιχτά και στεγανά το Σύνταγμα στην πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Δυστυχώς, φοβάμαι ότι θα γίνει το τελευταίο».

 

 

Η νέα Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ. Τι μας κρύβει.

Η νέα Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ. Τι μας κρύβει.

Του Πέτρου Χασάπη
Η καρδιά της διακήρυξης του Νέου ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα, είναι το πιο κάτω βασικό δίλημμα της νέας εποχής, όπως το ονομάζει:

«Ή ο γερασμένος κόσμος του ύστερου καπιταλισμού θα εξακολουθεί να καταστρέφει εκατομμύρια ανθρώπους, κοινωνίες, λαούς, το κλίμα, την ίδια τη γη, το κοινό μας σπίτι. Ή οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ενός νέου διαφωτισμού, ενός νέου ανθρωπισμού και πολιτισμού, μιας ευρύτατης κοινωνικής συμμαχίας και αντίστασης, με την Αριστερά σε θέση ευθύνης και μάχης ανάμεσά τους, θα βάλουν φραγμό στην καταστροφή, θα αλλάξουν τη ροή της ιστορίας προς τη κοινωνική χειραφέτηση».

Προσέξτε όμως να δείτε τι κάνει ο «ποιητής»:

Πρώτον, αποφεύγει να προφέρει τη λέξη «παγκοσμιοποίηση» (που σημαίνει ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και μεταναστών), την οποία στην πράξη υπηρετεί, ενώ αφήνει τους αφελείς να την εννοήσουν.
Δεύτερον αποφεύγει να κάνει λόγο για διεθνή νεοφιλελεύθερη οικονομική ελίτ, στην οποία κλείνει το μάτι (δηλαδή το πραγματικό αφεντικό), αλλά αφήνει τους αφελείς να την υποθέσουν.
Τρίτον, εξακολουθεί να θεωρεί κοινωνία και πολιτική δύο διαφορετικά πράγματα “κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις” λέει, και αφήνει τους αφελείς να πιστέψουν ότι τα ταυτίζει. Στην πράξη όμως εξακολουθεί την παλιά αριστερή αντίληψη, να θεωρεί την οργανωμένη πολιτική, δηλαδή το κράτος “πατερούλη” και νομέα της κοινωνίας, έξω και πάνω από αυτήν.
Τέταρτον, μιλάει για “νέο διαφωτισμό” δηλαδή για την Νεο-αριστερά
Πέμπτον, δεν μιλάει για τον πραγματικό ανθρωπισμό που εξυψώνει το άτομο, αλλά μιλάει για «νέο ανθρωπισμό», δηλαδή στην ουσία για προστασία της μετανάστευσης.
Έκτον, κάνει ένα πασπάλισμα με γνωστές έννοιες όπως “κλίμα”, “αντίσταση”, «πολιτισμό», “κοινωνική χειραφέτηση” (από ποιον;), “κοινωνική συμμαχία” κ.λ.π.

Δεν μιλάει πουθενά για:
Πατρίδα, εθνικό κράτος, εθνική κοινωνία, ελληνικό πολιτισμό, ελληνική ιστορία, δημοκρατία, πραγματικό ανθρωπισμό, συμμετοχή της κοινωνίας στην πολιτική και του ατόμου στη λήψη των αποφάσεων.

Αυτή είναι η νέα ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίθετα η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ από την αρχή έχει θέσει το ξεκάθαρο πραγματικό δίλημμα:
«Παγκοσμιοποίηση ή πατρίδες»
Δηλαδή: «Ή διεθνής οικονομική ελίτ, Ή εθνικές κοινωνίες». Το ένα είναι εκ φύσεως αντίπαλος του άλλου.

Από το ένα μέρος είναι οι διεθνείς ολιγαρχικές δυνάμεις που προσπαθούν να διαλύσουν τα εθνικά κράτη, είτε με πολέμους, είτε με χρεοκοπίες, είτε διαβρώνοντας τις εθνικές τους κοινωνίες, για να αυξήσουν τα κέρδη τους και την κυριαρχία τους στον πλανήτη και από το άλλο είναι οι εθνικές κοινωνίες που θέλουν να μείνουν ελεύθερες και να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους.

Από το ένα μέρος είναι η ιδεολογία της παθητικής «Ανοικτής Κοινωνίας» και από το άλλο η ιδεολογία της δυναμικής «Ενεργού Κοινωνίας».

Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να ζήσει έξω από μια κοινωνία, μόνος, ένα φτερό στον άνεμο της απρόσωπης παγκοσμιοποίησης, μια καταναλωτική μηχανή και αντικείμενο εκμετάλλευσης της διεθνούς οικονομικής ελίτ, ας επιλέξει το πρώτο.
Όποιος όμως θέλει να είναι κάποιος μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο, με το οποίο θα τον συνδέουν κοινά πράγματα, να έχει μια προσωπικότητα, να συμμετέχει στις αποφάσεις και να ολοκληρώνεται μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό σύνολο, ας επιλέξει το δεύτερο.

ΥΓ. Με την πιο πάνω Διακήρυξή του ο ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει να κλέβει πλέον όλο το φιλελεύθερο ιδεολογικό οπλοστάσιο της παλιάς Δεξιάς και να εξαναγκάζει τη Νεοδεξιά να μάχεται ανοικτά υπέρ των συμφερόντων της παγκοσμιοποίησης.

 

 

 

Άρχισε η συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Αίσθηση έκαναν οι προτάσεις της Ελληνικής Λύσης.

Άρχισε η συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Αίσθηση έκαναν οι προτάσεις της Ελληνικής Λύσης.

Του Πέτρου Χασάπη
Την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019 και ώρα 10 π.μ., άρχισε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Σε ότι αφορά τα συστημικά κόμματα (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ και ΚΚΕ), ακούστηκαν τα ίδια και τα ίδια τετριμμένα πράγματα, αυτά που ακούστηκαν και στην πρώτη Βουλή. Οχυρωμένα τα κόμματα αυτά πίσω από τις θεατρικές ψευτοϊδεολογίες και τις ιδεοληψίες τους, επανέλαβαν τους εαυτούς τους. Οι κεντρικοί εισηγητές τους κ.κ. Τζαβάρας, Κατρούγκαλος, Λοβέρδος, καθώς και όσοι ακολούθησαν, στην ουσία μετέφεραν τις απόψεις των αρχηγών τους, που είναι αυτές της παγκοσμιοποίησης και των οικονομικών ελίτ. Απόψεις που οδήγησαν τη χώρα και το λαό στη χρεοκοπία. Τίποτα επίσης καινούργιο δεν ακούσαμε από το ΜΕΡΑ25. Ήταν σαν άκουγε κάποιος τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ με πιο πολύ διεθνισμό.

Εντύπωση όμως έκανε ο αγορητής της Ελληνικής Λύσης, κ. Κώστας Χήτας. Για πρώτη φορά ξεδιπλώθηκε δημόσια το ιδεολογικό στίγμα του κόμματος της Ελληνικής Λύσης, καθώς και οι εντυπωσιακές αλλαγές που πρότεινε για το Σύνταγμα με βάση την ιδεολογική πλατφόρμα του κόμματος. Έθεσε το πραγματικό παγκόσμιο σημερινό δίλημμα «Παγκοσμιοποίηση ή Πατρίδες» και έδωσε την απάντηση και τη λύση. Αξίζει πραγματικά να δούμε τι είπε:

«Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Βρισκόμαστε μπροστά στην κορυφαία διαδικασία του πολιτικού συστήματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αυτής της αναθεώρησης του καταστατικού χάρτη του Νομικού Προσώπου του Κράτους.

Σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό: «Κράτος είναι λαός, οργανωμένος σε νομικό πρόσωπο, ο οποίος κατοικεί σε μια ορισμένη εδαφική επικράτεια, εντός της οποίας ασκεί πρωτογενή και κυρίαρχη εξουσία».

Από τον πιο πάνω ορισμό βλέπουμε ότι αποκλειστικός μέτοχος του νομικού προσώπου «κράτος» είναι ο λαός (με τη στενή έννοια, δηλαδή το εκλογικό σώμα, δηλ. οι πολίτες) και πολίτευμα είναι ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους που ορίζεται στον καταστατικό του χάρτη. Φυσικά, το ανώτατο και κυρίαρχο όργανο, δηλαδή ο λαός, είναι εκείνος που έχει το δικαίωμα να ασκεί πρωτογενή και κυρίαρχη εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι η εξουσία του δεν προέρχεται από κάποια άλλη δύναμη, αλλά πηγάζει αποκλειστικά από τον ίδιο το λαό, ο οποίος φυσικά μπορεί να συγκροτεί κράτος και να φτιάχνει μόνος του το Σύνταγμά του (τον καταστατικό του χάρτη). Πιο κάτω θα δούμε αν τελικά εμπλέκεται και που ο λαός σε όλη αυτή τη διαδικασία, που είναι αποκλειστικά δική του αρμοδιότητα.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στην κορυφαία διαδικασία της τροποποίησης του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους, όμως οι προς αναθεώρηση διατάξεις, που ήρθαν από την προηγούμενη Βουλή, αν και πολλές, εντούτοις δεν δείχνουν πολιτική γενναιότητα για ριζικές τομές. Το αντίθετο θα έλεγα.

Η σημερινή παγκόσμια ασύμμετρη πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης, όπου από το ένα μέρος έχουμε το πανίσχυρο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα έξω από τα κράτη ανεξέλεγκτο και από την άλλη αδύναμες παθητικές εθνικές κυβερνήσεις που εξαναγκάζονται να κάνουν εσωτερικούς νόμους τις εντολές της παγκοσμιοποίησης σε βάρος των λαών τους ή να υπογράφουν διεθνείς συνθήκες (σαν αυτή του Μαρακές), πάλι σε βάρος των λαών τους, επιβάλει αυτή η κατάσταση σε όλους τους πολιτικούς του πλανήτη, να είναι πιο γενναίοι σε ότι αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία των κρατών τους, με αποκλειστικό γνώμονα την ισχυροποίηση των εθνικών κοινωνιών απέναντι στην επιθετική παγκοσμιοποίηση.

Από το ένα μέρος λοιπόν έχουμε ένα παγκόσμιο ανεξέλεγκτο οικονομικό σύστημα, το οποίο επιδιώκει την κατάργηση των εθνικών συνόρων, προκειμένου να διακινεί ελεύθερα κεφάλαια, εμπορεύματα και εργασία και από το άλλο τις πατρίδες. Η Νεοδεξιά αγωνίζεται για την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων, ενώ η Νεοαριστερά, που έμεινε πολιτικά άνεργη μετά την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ, αγωνίζεται για την ελεύθερη διακίνηση της δουλεμπορικής εργασίας (την ελεύθερη μετανάστευση). Και οι δύο εξυπηρετούν τέλεια τους στόχους της παγκοσμιοποίησης. Και οι δύο λοιπόν υπακούουν στα ίδια αφεντικά της διεθνούς οικονομικής ελίτ.

Αυτή λοιπόν η κατάσταση, μας επιβάλει να προβούμε σε γενναίες αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους.

Η παγκοσμιοποίηση λατρεύει την υπερσυγκέντρωση των εξουσιών εντός των εθνικών κοινωνιών σε ένα κέντρο, γιατί έτσι μπορεί να ελέγχει αποτελεσματικότερα και να εκμεταλλεύεται τις ίδιες τις κοινωνίες, μέσω του ελέγχου της κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Τους στόχους αυτούς υπηρετούν τόσο η Νεοδεξιά όσο και η Νεοαριστερά. Αντίθετα, η δική μας ιδεολογική πρόταση, η πρόταση της Ελληνικής Λύσης είναι η ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Δηλαδή η αποκέντρωση της πολιτικής εξουσίας και η διάχυσή της εντός των εθνικών κοινωνιών για ενδυνάμωσή τους.

Στην κυρίαρχη λοιπόν ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης, αυτής της open society, δηλαδή της χαλαρής παθητικής κοινωνίας και των ανοικτών ανεξέλεγκτων συνόρων, εμείς παρατάσσουμε την ιδεολογία της ενεργού, της δυναμικής κοινωνίας (της dynamic ή active society), δηλαδή της ισχυρής κοινωνίας, η οποία θα εξασφαλίζει την ολοκλήρωση του ανθρώπου, την ευημερία και την ασφάλεια των μελών της, με τη συμμετοχή των ίδιων των μελών της στη λήψη των αποφάσεων. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και ζει ευτυχισμένος μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία με την οποία τον συνδέουν κοινά πράγματα και όχι μέσα σε μια παγκόσμια ασύνδετη μάζα, έναν αχταρμά ανθρώπινων όντων χωρίς κάποια κοινά στοιχεία μεταξύ των, ως μια καταναλωτική μηχανή και αντικείμενο εκμετάλλευσης των διεθνών οικονομικών ελίτ.

Και η κοινωνία είναι πράγματι ισχυρή όταν οι πολίτες συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων. Δηλαδή σε αντίθεση με τα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης, περί συγκεντρωτικής εξουσίας (π.χ. ο νόμος για το επιτελικό κράτος, ή οι αλλαγές για την ΤΑ, όπου όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου), εμείς προτάσσουμε την αποκέντρωση της εξουσίας και τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν για μια δυνατή ενεργό κοινωνία. Θέλουμε μια δυναμική δημοκρατία που θα μπορεί να ενσωματώνει τη λαϊκή βούληση σε κάθε στιγμή και όχι μια στατική απολιθωμένη δημοκρατία, που ούτε τη βούληση του λαού μπορεί να ενσωματώσει, ούτε τις αλλαγές των καιρών μπορεί να παρακολουθήσει.

Με βάση λοιπόν τις ανωτέρω σκέψεις, η προτεινόμενη αναθεώρηση του καταστατικού χάρτη της χώρας δεν είναι γενναία. Αντίθετα, έτσι όπως εισάγεται και με βάση τις κοινοβουλευτικές δυνάμεις στην παρούσα αναθεωρητική βουλή, πολύ φοβάμαι ότι τελικά θα ευθυγραμμιστεί ακόμα πιο πολύ με τους στόχους της παγκοσμιοποίησης.

Το κόμμα που εκπροσωπώ, η Ελληνική Λύση, δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί στην προηγούμενη βουλή, για αυτό και θα μου επιτρέψετε κε Πρόεδρε να αναφερθώ σε κάποια ζητήματα, που θεωρούμε ότι είναι πολύ σημαντικά.

Η προηγούμενη Βουλή:

1) Δεν τόλμησε να προχωρήσει έστω σε πρόταση αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό με αυξημένες αρμοδιότητες.

2) Δεν τόλμησε να προτείνει επιτέλους τη σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου, για την προστασία του λαού, όπως έχουν όλα σχεδόν τα άλλα κράτη.

3) Δεν τόλμησε καν να αγγίξει το άρθρο 110 για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ώστε να πάψει το Σύνταγμα να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του πολιτικού προσωπικού. Δεν πέρασε καν ως σκέψη η δυνατότητα εμπλοκής του λαού στις διαδικασίες τις σχετικές με την αναθεώρηση του Συντάγματος, όπως ισχύει σε πολλά άλλα κράτη. Εμείς προτείνουμε την εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης και από το λαό, με τη συγκέντρωση 200.000 υπογραφών. Γιατί άραγε έχουμε την κοινωνία εξοστρακισμένη έξω από το πολιτικό σύστημα να ιδιωτεύει; Δεν αξίζει άραγε αυτός ο υπερήφανος λαός που γέννησε τη δημοκρατία να ορίζει μόνος του τις τύχες του; Αναρωτιέμαι, τι μας εμποδίζει να του δώσουμε αυτές τις εξουσίες;

4) Δεν τόλμησε να αγγίξει το ασυμβίβαστο βουλευτή και υπουργού, ώστε να υπάρξει πραγματική διάκριση των εξουσιών και να σταματήσει το ρουσφέτι στη χώρα μας.

5) Δεν τόλμησε να προτείνει την κατάργηση του άρθρου 86 που αφήνει ατιμώρητους υπουργούς και πρωθυπουργούς.

6) Έρχονται στην παρούσα αναθεωρητική Βουλή θέματα, όπως δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία και προτάσεις νόμων με λαϊκή πρωτοβουλία, που τέθηκαν κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ, αν και με υπερβολικές απαιτήσεις, σε ότι αφορά τον αριθμό των απαιτούμενων υπογραφών (εμείς λέμε 100.000 και 30.000 αντίστοιχα), όμως απορρίπτονται μετ’ επαίνων από την πλευρά της ΝΔ, η οποία θεωρεί αυτή τη λαϊκή συμμετοχή επικίνδυνη!!! Έτσι όμως δεν κάνουμε τίποτα.

Μετά από 45 περίπου μεταπολιτευτικά χρόνια, η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία οδήγησε τη χώρα και το λαό στη χρεοκοπία, την οποία όλοι ζήσαμε και ζούμε. Αυτή η δημοκρατία απέτυχε και αντί εμείς να φανούμε γενναίοι και να συμφωνήσουμε όλοι μαζί ριζικές τομές, ώστε να περάσουμε στην Δ΄ Ελληνική Δημοκρατία και να ανοίξουμε τους ορίζοντες της ελληνικής κοινωνίας στον 21ο αιώνα, εμείς αντίθετα συνεχίζουμε τον ίδιο τον παλιό δρόμο που οδήγησε σε υποθήκευση της χώρας για όλο τον 21ο αιώνα.

Σε λίγο θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, όμως δυστυχώς είμαστε σε μια άλλη σκλαβιά, αυτή των δανειστών. Χάσαμε το όνομα της Μακεδονίας, με ότι αυτό συνεπάγεται και ταυτόχρονα ο Τούρκος είναι πάλι εδώ και αξιώνει τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία λοιπόν απέτυχε και πρέπει να προχωρήσουμε το ταχύτερο στην Δ΄ Ελληνική Δημοκρατία.

Όλα τα ανωτέρω που υποστηρίζει το κόμμα μας, θα μου δοθεί η ευκαιρία να τα συγκεκριμενοποιήσω με τις προτάσεις μας σε κάθε επιμέρους άρθρο».

 

 

Η επιστροφή της ελληνικής συνέχειας στην παγκόσμια ιστορία. Τι σημαίνει

Η επιστροφή της ελληνικής συνέχειας στην παγκόσμια ιστορία. Τι σημαίνει

Του Πέτρου Χασάπη
Υπάρχουν δύο τρόποι μιας ιδεολογικής κατασκευής, με την οποία καλεί κάποιο κόμμα μια μερίδα του λαού να ταυτιστεί μαζί του. Ο πρώτος είναι να υπάρχει μια καλή ιδέα, η οποία όμως να μην ανταποκρίνεται στην υπάρχουσα πραγματικότητα και να προσπαθεί να πείσει να αλλάξουμε την πραγματικότητα (δηλαδή όσο η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα). Ο δεύτερος παίρνει ως έχει την υπάρχουσα πραγματικότητα και απλά της δίνει τις πολιτικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές διαστάσεις που θέλει και με τον τρόπο αυτό, προσπαθεί να πείσει πιο εύκολα τις λαϊκές μάζες. Πολλοί φιλόσοφοι, όπως π.χ. ο Πλάτων με την «Ιδανική Πολιτεία» του, ακολούθησαν τον πρώτο τρόπο. Άλλοι όμως, όπως π.χ. ο Μάρξ, ακολούθησαν το δεύτερο τρόπο, άσχετα αν στο τέλος δεν έλαβαν υπόψη όλες τις παραμέτρους της πραγματικότητας και η ιδεολογία τους απέτυχε.

Επειδή είναι αδύνατο και δεν πρέπει φυσικά να μείνουμε μόνο στα στενά πλαίσια της ελληνικής «πραγματικότητας», αλλά να λάβουμε υπόψη μας τη συνολική διεθνή πραγματικότητα, έχω να πω τα εξής:

Η διεθνής οικονομική ελίτ ασφυκτιά, αυτή τη στιγμή, από τα εμπόδια που προβάλουν διάφορα εθνικά κράτη και οι μη ελεγχόμενες απόλυτα εθνικές κυβερνήσεις, στους στόχους της, που είναι: ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασίας, χωρίς κανένα εθνικό εμπόδιο. Θα μπορούσαμε σήμερα να προσθέσουμε και την ελεύθερη διακίνηση της ψηφιακής πληροφορίας και των υπηρεσιών του διαδικτύου. Όταν το internet είναι σε κάθε σπίτι, όταν το κινητό είναι σε κάθε χέρι, όταν το GPS από το διάστημα χαράζει την πορεία ενός ατόμου, όταν το άτομο μπορεί να καταναλώνει προϊόντα από κάθε γωνιά της γης κ.λ.π. τότε η διεθνής οικονομική ελίτ, που τα κινεί και τα χειρίζεται όλα αυτά, βλέπει ως απόλυτο εμπόδιο στα συμφέροντά της τον κάθε (ασήμαντο γι΄ αυτήν) εθνικό πολιτικό που προτάσσει τη βούληση και το συμφέρον της εθνικής κοινωνικής του ομάδας. Εδώ πρέπει να επικεντρωθούμε.

Όπως ακριβώς ασφυκτιούσαν οι κεφαλαιοκράτες, στην αυγή της βιομηχανικής επανάστασης, από τα φεουδαρχικά κρατίδια, τα οποία και τελικά διέλυσαν χρησιμοποιώντας ως όπλο τους ίδιους τους εργαζόμενους (δουλοπάροικους) σ’ αυτά, τους οποίους τελικά τους πήραν από τα κτήματα για να τους πάνε στα εργοστάσιά τους, έτσι ασφυκτιούν και οι σύγχρονοι διεθνείς οικονομικοί ολιγάρχες και χρησιμοποιούν, μεταξύ άλλων, ως βασικό τους όπλο τους παράνομους μετανάστες για να διαβρώσουν και να διαλύσουν τα εθνικά κράτη.

Τα μέλη της σύγχρονης διεθνούς ελίτ, τα οποία αναγκαστικά ανήκουν σε μια εθνικότητα κάποιου εθνικού κράτους, δεν νοιάζονται καθόλου, ούτε για την εθνικότητά τους, ούτε για το εθνικό τους κράτος, εκτός ολίγων εξαιρέσεων (π.χ. γερμανική οικονομική ελίτ κ.λ.π.). Θεωρούν τους εαυτούς τους μεγέθη παγκόσμιου βεληνεκούς, άρχοντες του πλανήτη και τους απλούς ανθρώπους απλές αναλώσιμες «καταναλωτικές μηχανές». Μεταξύ όμως αυτών και των απλών ανθρώπων, παρεμβάλλονται τα οργανωμένα εθνικά κράτη, δηλαδή οι εθνικές νομοθεσίες και οι εθνικές κυβερνήσεις. Συνασπίζονται λοιπόν τα μέλη της διεθνούς ελίτ και διαπλέκονται μεταξύ τους δημιουργώντας έτσι μια πανίσχυρη διεθνή νεοφιλελεύθερη οικονομική εξουσιαστική ελίτ η οποία κινείται πλέον αυτόνομα έξω από τα εθνικά κράτη. Έχουν καταφέρει να εξαρτήσουν τα εθνικά κράτη απόλυτα από τα συμφέροντά τους. Από τον δανεισμό ενός κράτους από τους ίδιους, από την αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, από την επιβολή διάφορων περίεργων διεθνών συνθηκών (δήθεν για τη διεθνή συνεργασία), από την υποκίνηση για επιβολή εμπάργκο ή και πρόκληση πολέμου για το «απείθαρχο» κράτος, μέχρι τον έλεγχο και την προμήθεια και του τελευταίου προϊόντος. Αλλά επειδή εντός των εθνικών κρατών υπάρχουν πολιτικές φωνές και αντισυμβατικά πολιτικά κόμματα που αντιδρούν σε όλο αυτό το πράγμα, έχει γίνει πλέον εμπόδιο ακόμα και η ίδια η ύπαρξη των εθνικών κρατών στην ακόρεστη φιλοδοξία, των μελών της διεθνούς ελίτ, για κυριαρχία του πλανήτη, μέσω της οικονομικής τους ισχύος.

Η Πολιτειολογία διδάσκει ότι οι πηγές της εξουσίας είναι τέσσερις: α) το χρήμα, β) η ψήφος, γ) η βία και δ) η κοινωνική θέση. Τη διεθνή ελίτ προφανώς και δεν την ενδιαφέρει η ψήφος, ούτε η κοινωνική θέση. Αναζητεί την εξουσία μέσω του χρήματος και όπου απαιτηθεί και της χρήσης βίας. Επομένως, το θέμα είναι πρωτίστως οικονομικό.

Είδαμε λοιπόν πως η διεθνής οικονομική ελίτ που βασίζει την εξουσία της στο χρήμα, έχει φύγει έξω από τα όρια του εθνικού κράτους, αντίθετα η πολιτική εξουσία η οποία πηγάζει από τις εθνικές εκλογές, δηλαδή την ψήφο, εξακολουθεί να είναι κλεισμένη μέσα στα όρια του εθνικού κράτους (και δεν θα μπορούσε, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, να γίνει αλλιώς) υποχωρώντας συνεχώς στις αφόρητες πιέσεις της διεθνούς οικονομικής ελίτ, οι οποίες εκδηλώνονται μεν στο προσκήνιο γεωστρατηγικά, ως κρατικά συμφέροντα, αποκρύπτοντας όμως τα πραγματικά οικονομικά συμφέροντα που τις υποκινούν στο παρασκήνιο.

Όπως σωστά παρατηρεί ο σύγχρονος φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, σχετικά με τα πιο πάνω, το οικονομικό είναι πλέον πλανητικό έξω από τα εθνικά όρια, ενώ το πολιτικό παραμένει εθνικό εντός των εθνικών ορίων, με περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης στο διεθνές γίγνεσθαι.

Η μετακίνηση πληθυσμών είτε με την πρόκληση πολέμων, είτε με το δέλεαρ καλύτερης ζωής και την ταυτόχρονη προστασία των μετακινούμενων προσφύγων και παράνομων μεταναστών, από τα όργανα της διεθνούς ελίτ (ΜΜΕ, ΜΚΟ, δήθεν ή και πραγματικά ευαισθητοποιημένες προσωπικότητες, επιβολή θεσμικής προστασίας από τις εθνικές κυβερνήσεις κ.λ.π.) είναι, όπως είδαμε, ένα από τα βασικότερα όπλα της διεθνούς ελίτ που έχει στόχο τη διάβρωση των εθνικών κρατών και εν τέλει την ελεύθερη διακίνηση της δουλεμπορικής εργασίας, η οποία εργασία από προστατευόμενο δημόσιο αγαθό, μετατρέπεται πλέον σε ιδιωτικό εμπόρευμα, υπαγόμενο στην εξουσία των διεθνών αγορών.

Άλλα όπλα για τις «απείθαρχες» κυβερνήσεις είναι, ο κανονικός πόλεμος, τα εμπάργκο, οι αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, ο χρηματιστηριακός πόλεμος που διαλύει τα εθνικά χρηματιστήρια, ο πόλεμος των ισοτιμιών των νομισμάτων, ο πόλεμος των spreads που διαλύει τα εθνικά ομόλογα και την εθνική πιστοληπτική ικανότητα κ.λ.π.

Η σύγχρονη και πολιτικά «άνεργη» νεοαριστερά βρήκε τρόπο πολιτικής επιβίωσης μέσα από τον εθνομηδενισμό, την κατάργηση των εθνικών συνόρων και την αυτόκλητη «προστασία» της ελεύθερης διακίνησης της δουλεμπορικής εργασίας, τάχα από ευαισθησία για τα δικαιώματα όσων υποκινούνται να εισβάλουν απροκάλυπτα, ανεξέλεγκτα και παράνομα εντός άλλων εθνικών κρατών.

Η δε σύγχρονη νεοφιλελεύθερη Νεοδεξιά, βρίσκεται στον φυσικό της πολιτικοοικονομικό «βιότοπο» υποστηρίζοντας με πάθος την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων της διεθνούς ελίτ και την ανεξέλεγκτη (από άποψη ποιότητας και τιμών) διακίνηση των εμπορευμάτων και πάλι της διεθνούς ελίτ. Η πρόσκληση – παράκληση της διεθνούς ελίτ για επενδύσεις στη χώρα  (έτσι παρουσιάζεται προς την εθνική κοινωνία), στην ουσία δίνει το σήμα στους διεθνείς ολιγάρχες να διακινήσουν ελεύθερα τα κεφάλαιά τους στη χώρα μας, άσχετα αν τελικά θα την λεηλατήσουν.

Για ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, με τις δυνάμεις της ίδιας της εθνικής κοινωνίας ούτε λόγος φυσικά, τόσο από τη νεοφιλελεύθερη Νεοδεξιά, όσο και από τη φοροληστρική Νεοαριστερά. Γιατί κανείς από το ελεγχόμενο πολιτικό σύστημα, δεν θέλει να δώσει δύναμη στην εθνική κοινωνία κόντρα στα συμφέροντα της διεθνούς ελίτ.

Παρατηρούμε ότι, εθνομηδενιστική Νεοαριστερά και νεοφιλελεύθερη Νεοδεξιά ακολουθούν τον ίδιο βηματισμό, εναντίον των εθνικών κρατών, εξυπηρετώντας και οι δύο τα ίδια αφεντικά, τα ίδια διεθνή συμφέροντα της ίδιας ελίτ, την οποία και οι δύο υπηρετούν. 

Η αριστερά η οποία δεν υπάρχει πλέον, παρά μόνο ως «ταμπέλα», κατόρθωσε, ως πιο οργανωμένη και πεινασμένη για εξουσία, να καταλάβει επί της ουσίας το χώρο της Δεξιάς, ικανοποιώντας τα εγχώρια και τα διεθνή συμφέροντα αποτελεσματικότερα. Προς το εσωτερικό όμως του εθνικού κράτους, και οι δύο, μη έχοντας προς το παρόν να πουλήσουν πολιτικά κάποιο νέο ιδεολογικό προϊόν στους αγνοούντες αυτή την πραγματικότητα οπαδούς τους, εξακολουθούν να ανταγωνίζονται εντελώς θεατρικά, μέσα στο παλιό γνώριμο στους πολίτες πολιτικό πλαίσιο «Αριστερά – Δεξιά». Πολιτικό πλαίσιο, με το οποίο έχουν ενταχθεί στην πολιτική οι μέχρι τώρα γενιές και το οποίο μόνο αυτό γνωρίζουν, γι’ αυτό και πέφτουν θύματα του επικοινωνιακού θεάτρου. Ξέρουν (δεξιά και αριστερά κόμματα) ότι ενσυνείδητα εμπαίζουν το λαό, αλλά δεν έχουν άλλη επιλογή, προκειμένου να επιβιώσουν πολιτικά. Όποιος πολιτικός ή νεότευκτο κυρίως κόμμα αμφισβητήσει αυτόν τον παραλογισμό και ζητήσει την επιστροφή στην παλιά κανονικότητα του εθνικού κράτους, αυτόματα και αναγκαστικά έρχεται αντιμέτωπο με ολόκληρο το ανωτέρω, θεατρικά πλέον συντηρούμενο κατασκεύασμα «Δεξιά – Αριστερά», κατατάσσεται είτε στην άκρα δεξιά είτε στην άκρα αριστερά, θεωρείται ότι είναι έξω από το «δημοκρατικό τόξο» τους και βάλλεται σκληρά από ολόκληρο το σύστημα (ως φασίστας, ακραίος, ρατσιστής, ξενοφοβικός κ.λ.π.).

Όμως, ένα ευφυές νεότευκτο κόμμα, αν θέλει να παραμείνει στο πολιτικό σκηνικό και να επιτύχει με υπομονή και επιμονή, πρέπει να μην στρέφεται άμεσα και αποκλειστικά κατά των άλλων κομμάτων του τόξου «Δεξιά – Αριστερά» (π.χ. ως προδοτών), γιατί έτσι αυτοεγκλωβίζεται και αυτοεντάσσεται σε ένα άκρο του σχήματος “Δεξιά – Αριστερά”, αλλά έμμεσα και συμβαδίζοντας πάντα με την πραγματικότητα. Δεν πρέπει δηλαδή να αναλωθεί καταδεικνύοντας μόνο τις αντιλαϊκές επιλογές των κομμάτων του τόξου, ωσάν αυτές να προέρχονταν από αυτόνομη πολιτική βούληση ή τις παράδοξες «προδοτικές» συμπεριφορές, αλλά να καταδείξει τους πραγματικούς εντολείς των κομμάτων – εντολοδόχων του τόξου. Δεν πρέπει να στρέφεται αποκλειστικά εναντίων των παράνομων μεταναστών και έτσι να δίνει υπαρξιακή δικαιολόγηση και πολιτικό άλλοθι στα κόμματα του τόξου, για να κατηγορούν το ίδιο ως ακραίο. Αλλά να καταγγείλει τους πραγματικούς υποκινητές των μεταναστών και στη συνέχεια τα κόμματα – εντολοδόχους (του τόξου), που διεκπεραιώνουν τη βούληση των υποκινητών και η οποία φυσικά βούληση είναι η διάλυση της ντόπιας εθνικής κοινωνίας και η ελεύθερη διακίνηση της δουλεμπορικής εργασίας. Δηλαδή το πρόβλημα στην πραγματικότητα δεν είναι η ανύπαρκτη αυτόνομη βούληση του πολιτικού αντιπάλου, αλλά το ποιος του επιβάλει να πράξει με έναν ορισμένο τρόπο και εν τέλει, για ποιο λόγο αυτός ο πολιτικός το ακολουθεί αυτό που του επιβάλλεται. Και ο οποίος λόγος φυσικά δεν είναι άλλος από την προσωπική αγωνία των μελών του τόξου για πολιτική επιβίωση και απόλαυση των προνομίων της εξουσίας.

Όταν για παράδειγμα η γερμανική κυβέρνηση επιβάλει μια ορισμένη πολιτική στη δική μας κυβέρνηση, δεν πρέπει να μείνουμε μόνο στο να κατηγορούμε την κυβέρνηση, ωσάν αυτή να δρα αυτόνομα. Αλλά θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όχι μόνο η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ακόμα και η γερμανική κυβέρνηση εκτελούν εντολές της διεθνούς (τουλάχιστον ευρωπαϊκής) οικονομικής ολιγαρχίας και ταυτόχρονα θα πρέπει να αναζητηθεί για να μάθει ο λαός, για ποιο λόγο η ελληνική κυβέρνηση τις εκτελεί ως υπνωτισμένη. Καθώς και αν μπορεί η τελευταία να δράσει αντίθετα με τα συμφέροντα της εγχώριας παρασιτικής ελίτ.

Ναι μεν λοιπόν, φταίνε τα «κόμματα του τόξου» που ακολουθούν μια συγκεκριμένη αντιλαϊκή και αντεθνική πολιτική, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει κάθε αντισυστημικό – αντισυμβατικό κόμμα να σταθεί πάνω από αυτό και να καταγγείλει πρωτευόντως τους πραγματικούς διατάκτες – εντολείς και δευτερευόντως τα κόμματα – εντολοδόχους, που για χάρη της κομματικής τους επιβίωσης (δηλαδή της ησυχίας από την «τιμωρία» της διεθνούς οικονομικής ελίτ και την ταυτόχρονη στήριξή τους από την δική μας εθνική οικονομική ελίτ), εκτελούν πειθήνια τις έξωθεν εντολές.

Πόσο πιο απλά θα μπορούσε άραγε να γραφτεί αυτό για να γίνει κατανοητό;

Ναι μεν έχουμε φοβερό πρόβλημα με τους παράνομους μετανάστες, αλλά αυτοί είναι το όπλο κι εμείς πρέπει να δούμε και να κτυπήσουμε εκείνους που τους χρησιμοποιούν ως όπλο για τη διάλυση της εθνικής κοινωνίας μας, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να προστατευθούμε και από το ίδιο το όπλο.

Ναι μεν μας πρόδωσαν με το Μακεδονικό (έρχεται το Αιγαίο κ.λ.π.), αλλά θα πρέπει να δούμε που εντάσσεται αυτή η ενέργεια σε βάρος μας και ποιοι στην πραγματικότητα είναι πίσω από αυτή και ποια συμφέροντα εξυπηρετεί. Το θέμα λοιπόν αυτό, δεν είναι μόνο θέμα μεταξύ δύο κρατών, αλλά βαθύτερα οικονομικό και συμφέρει πολλούς ολιγάρχες του πλανήτη η λύση που δόθηκε.

Εν κατακλείδι, αν θέλουμε να μιλήσουμε για μια εύληπτη ιδεολογική πλατφόρμα, η οποία όμως να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα θα λέγαμε το εξής:

Εντός του κλειστού εθνικού κράτους είχαμε το οικονομικό δίπολο «Ελίτ vs Κοινωνίας», πάνω στο οποίο στήθηκε το πολιτικό δίπολο «Δεξιά – Αριστερά». Τώρα στην εποχή της εφορμούσας παγκοσμιοποίησης έχουμε το νέο πραγματικό οικονομικό δίπολο «Διεθνής Ελίτ vs Εθνικής Κοινωνίας». Και το χειρότερο είναι ότι ο εχθρός δεν είναι μόνο απέναντι και έξω από τα τείχη (εθνικά σύνορα), αλλά είναι και εντός των τειχών, αφού τη διεθνή ελίτ την συναποτελούν τα ισχυρότερα τμήματα της κάθε εθνικής ελίτ. Έχουμε δηλαδή εντός των τειχών έναν «Δούρειο Ίππο», μια «πέμπτη φάλαγγα» που χωρίς να γίνονται αντιληπτά από το λαό, ανοίγουν τις «Κερκόπορτες» στη διεθνή οικονομική ολιγαρχία.

Όπως είπαμε, ένα από τα ισχυρότερα όπλα που εκτοξεύει η διεθνής ελίτ εναντίον των εθνικών κοινωνιών είναι η παράνομη ανεξέλεγκτη (από τις εθνικές κοινωνίες) μετανάστευση, είτε με την πρόκληση τοπικών πολέμων και τη δημιουργία προσφυγικών ροών, είτε καλλιεργώντας προσδοκίες για καλύτερη ζωή. Ταυτόχρονα στήνει διεθνείς και τοπικές ΜΚΟ για διευκόλυνση των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών, χρησιμοποιεί τα διεθνή και εθνικά ΜΜΕ για να δημιουργεί ενοχές και να απονέμει κακόφημες «ταμπέλες» σε όσους αντιστέκονται, ενώ επιπλέον στήνει διεθνείς συνθήκες, όπως αυτή του Μαρακές, με την οποία χαρακτηρίζεται η μετανάστευση ανθρώπινο δικαίωμα και απειλείται ποινική τιμωρία σε όποιον ασκήσει κριτική στη μετανάστευση, καθώς και κλείσιμο όποιου ΜΜΕ τολμήσει να κριτικάρει τη μετανάστευση. Με λίγα λόγια, ολόκληρο το διεθνές και εγχώριο σύστημα κυρίως της μιντιακής ελίτ επιβάλει φασιστικά στις κοινωνίες την ενιαία σκέψη. Έτσι κάθε αντίθετη άποψη θεωρείται γραφική, αιρετική, ακραία, οπισθοδρομική και επικίνδυνη, τρομάζοντας έτσι τους ψηφοφόρους.

Θα πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε, γιατί άραγε ξαφνικά στις αρχές του 21ου αιώνα, εμφανίστηκε το φαινόμενο της ανεξέλεγκτης παράνομης μετακίνησης ολόκληρων πληθυσμών; Όπως είπα, είναι φανερό πως, όπως οι πρώτοι μεγαλοαστοί μεγαλοβιομήχανοι, προκειμένου να διαλύσουν τα φεουδαρχικά κρατίδια που στέκονταν εμπόδιο στην ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων τους σε ευρύτερες ενιαίες αγορές, χρησιμοποίησαν τους εργαζόμενους στα φέουδα (δουλοπάροικους) για να επαναστατήσουν και να ανατρέψουν το φεουδαρχικό σύστημα, δημιουργώντας τα εθνικά κράτη, έτσι και τώρα οι διεθνείς ολιγάρχες, προκειμένου να διαλύσουν τα εθνικά κράτη που στέκονται εμπόδιο στη δημιουργία μιας ενιαίας παγκόσμιας αγοράς, για την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασίας (δηλαδή στην αύξηση του πλούτου τους και την κυριαρχία τους στον πλανήτη), χρησιμοποιούν τις μεταναστευτικές ροές (και όχι μόνο αλλά κυρίως) για να διαβρώσουν και να δυναμιτίσουν τις κατά τόπους εθνικές κοινωνίες, ώστε να ανοίξουν ελεύθερα τα εθνικά σύνορα και να καταργηθούν οι εθνικοί έλεγχοι, δημιουργώντας έτσι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Φυσικά στο τέλος οι παρακινούμενοι και μετακινούμενοι παράνομοι μετανάστες, θα έχουν την τύχη των δουλοπάροικων. Οι τελευταίοι παρακινήθηκαν να επαναστατήσουν εναντίον του αφέντη φεουδάρχη για να καταλήξουν τελικά στα αστικά κέντρα δούλοι του νέου αφέντη εργοστασιάρχη -καπιταλιστή.

Αυτό είναι το νέο πολιτικοοικονομικό δίπολο που στην πραγματικότητα συγκρούεται αυτή τη στιγμή, όμως δυστυχώς τα μέλη των κατά τόπους εθνικών κοινωνιών δεν το αντιλαμβάνονται πλήρως ή και καθόλου, λόγω κυρίως της δράσης των ΜΜΕ (διεθνών και τοπικών), που όπως είπαμε, επιβάλουν φασιστικά την ενιαία σκέψη.

Οι παλιές λοιπόν εθνικές πολιτικές ελίτ (δεξιές και αριστερές), οι οποίες στην ουσία διευκόλυναν το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης με τους νόμους που ψήφισαν, με τις διεθνείς συνθήκες που υπέγραψαν και με τους διεθνείς οργανισμούς που έφτιαξαν, δεν μπορούν τώρα να κάνουν κάτι άλλο από το να αποδεχτούν αυτή την κατάσταση και απλά (μη έχοντας κάτι άλλο να πουλήσουν πολιτικά), συνεχίζουν θεατρικά να παίζουν στο παλιό εθνικό δίπολο «Δεξιά – Αριστερά», γιατί με αυτό έχουν ενταχθεί οι μάζες στην πολιτική μέχρι σήμερα και αυτό μόνο γνωρίζουν. Οποιοσδήποτε άλλος που τάσσεται υπέρ της προστασίας της εθνικής κοινωνίας, της πατρίδας και του εθνικού κράτους και προκειμένου να μην αφυπνίσει συνειδήσεις, αυτόματα στιγματίζεται ως ακραίος από το παλιό σύστημα και βάλλεται από τα συστημικά ΜΜΕ.

Όμως, παρόλη την προσπάθεια των ΜΜΕ, με τη βοήθεια κυρίως του διαδικτύου και την ανάπτυξη των επικοινωνιών, αυτή η σύγχρονη διπολική πραγματικότητα, έχει αρχίσει να συνειδητοποιείται από πολλούς πολίτες, ιδιαίτερα από τους πιο ευφυείς εξ αυτών και υπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση, σε μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος. Ακόμα και μεταξύ της εξαγορασμένης και φοβισμένης πνευματικής ελίτ, άρχισαν κάποιοι να ψιθυρίζουν τα πιο πάνω. Επομένως, εδώ αναπτύσσεται, έστω σε λανθάνουσα ακόμα μορφή, μια πολιτική συγκυρία για τη δημιουργία αντισυμβατικών πολιτικών σχημάτων με σίγουρο πολιτικό μέλλον. Δημιουργείται ήδη ένας ιδεολογικός καμβάς (πλαίσιο), πάνω στο δίπολο «Διεθνής Ελίτ vs Εθνικής Κοινωνίας», στο οποίο θα αναδυθούν οι νέες πολιτικές δυνάμεις του 21ου αιώνα. Μπορεί αυτό τώρα να φαντάζει μακρινό, εξ αιτίας κυρίως της ενιαίας σκέψης που επιβάλει η «ομερτά» των ΜΜΕ, αλλά κάποια στιγμή το «απόστημα» θα σπάσει.

Η αντίπαλη θέση, στην πιο πάνω σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα, είναι η επιστροφή της ελληνικής συνέχειας στην παγκόσμια ιστορία, που διακόπηκε κατά την Αναγέννηση και όχι η συνέχεια των δημιουργημάτων της βιομηχανικής επανάστασης. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε την παγκόσμια εξέλιξη και την πρόοδο, μπορούμε όμως να της δώσουμε το νόημα που της πρέπει υπέρ του ανθρώπου. Και αυτό στην πράξη σημαίνει επιστροφή της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα. Δηλαδή θεσμική και οικονομική θωράκιση της κοινωνίας μας, μεταφέροντας τη δύναμη, από μια ευάλωτη στη διεθνή ελίτ συγκεντρωτική πολιτική εξουσία, προς τα κάτω προς τη βάση της κοινωνίας.

Είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που κάνει αυτή τη στιγμή κυρίως η Νέα Δημοκρατία και από αυτό που έκανε πριν λίγο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ.

 

Νέα Ζηλανδία: Νομιμοποίησε την πληρωμή μισθών με κρυπτονόμισμα

Νέα Ζηλανδία: Νομιμοποίησε την πληρωμή μισθών με κρυπτονόμισμα

Η Νέα Ζηλανδία αποτελεί πλέον την πρώτη χώρα που νομιμοποίησε την πληρωμή μισθών με κρυπτονόμισμα, έπειτα από την οδηγία που εξέδωσαν το υπουργείο Εσωτερικών Εσόδων και η εφορία για την πειραματική εφαρμογή, από την 1η Σεπτεμβρίου και αρχικά για μία τριετία, της πληρωμής των μισθών των υπαλλήλων σε κρυπτονόμισμα.

Η νομοθεσία, που εγκρίθηκε στις 7 Αυγούστου, προβλέπει την δυνατότητα πληρωμής με κρυπτονόμισμα σε τακτική βάση ενός τμήματος των μισθωτών υπαλλήλων και εξαιρεί τους ελεύθερους επαγγελματίες και υπεργολάβους.

Επιπλέον, επιτάσσει πως τα κρυπτονομίσματα αυτά θα πρέπει να μπορούν να μετατρέπονται “με τρόπο άμεσο” σε κάποιο σταθερό, ενιαίο κρυπτονόμισμα, του οποίου η ισοτιμία θα είναι συνδεδεμένη με ένα, ή περισσότερα εθνικά νομίσματα.

Όπως τονίζει ο νομοθέτης, “δεν είναι όλα τα κρυπτονομίσματα αποδεκτά”, αποσαφηνίζοντας πως για να θεωρηθούν κατάλληλα για την καταβολή “μισθών ή αποζημιώσεων” θα πρέπει να έχουν ομοιότητες με τα υπάρχοντα επίσημα νομίσματα, ώστε να μην κινδυνεύουν με κυρωτικά μέτρα, ή απαγορεύσεις και να μπορούν να μετατραπούν σε κάποιο εθνικό νόμισμα.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Από: capital.gr