Συντάκτης: Χασάπης Πέτρος

«Και αν χάσετε;»

«Και αν χάσετε;»

Του Πέτρου Χασάπη
Το ερώτημα αυτό φέρεται (στα ΜΜΕ) να απηύθυνε ο πρόεδρος των ΗΠΑ κ. Τράμπ προς τον Έλληνα πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη, κατά την πρόσφατη επίσκεψη στις ΗΠΑ, όταν ο τελευταίος είπε προς τον κ. Τράμπ ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει εάν οι Τούρκοι παραβιάσουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Πριν λίγο καιρό ο Υπουργός των Εξωτερικών των ΗΠΑ κ. Πομπέο, χαρακτήρισε την συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης ως «προκλητική» και όχι παράνομη, ανυπόστατη, άκυρη. Δηλαδή στην ουσία είπε προς τη Διεθνή Κοινότητα, ότι η πιο πάνω συμφωνία είναι νόμιμη και έγκυρη, πλην όμως ήταν απλά προκλητική.

Προς επίρρωση της άποψης αυτής της αμερικανικής κυβέρνησης, ο πρέσβης των ΗΠΑ κ. Πάϊατ δήλωσε πως τα ακατοίκητα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα.

Είναι πολιτικά ανόητος πλέον, όποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι οι αμερικανοί, όχι μόνο έχουν δώσει «πράσινο φως» στην Τουρκία, αλλά ταυτόχρονα της υποδεικνύουν και που ακριβώς να κάνει έρευνες και γεωτρήσεις. Δεν συζητάμε φυσικά για τους Γερμανούς, οι οποίοι δεσπόζουν στην Ευρώπη και είναι έτσι κι αλλιώς φίλοι των Τούρκων.

Το μέλλον λοιπόν που μας ετοιμάζουν, οι κατ’ ευφημισμό «σύμμαχοι», κινείται μεταξύ εθνικού εξευτελισμού και πολεμικής σύγκρουσης, προβλέποντας οι ίδιοι την καταστροφή μας. Μας καλούν δε να επιλέξουμε μεταξύ των δύο και μας ρωτούν: “Και αν χάσετε;”, υποδεικνύοντάς μας εμμέσως πλην σαφώς τον εθνικό εξευτελισμό. Δηλαδή, να καθίσουμε σε ένα τραπέζι και να μοιράσουμε με τους Τούρκους τη δική μας περιουσία, είτε με απευθείας διαπραγματεύσεις, είτε με μια προκατασκευασμένη προσφυγή στη Χάγη.

Θέλω να πιστεύω ότι εμείς ως Έλληνες θα επιλέξουμε το δρόμο της Τιμής και όχι του εξευτελισμού.

 

 

Πως η ΝΔ καταστρέφει τη μεσαία τάξη και εξυπηρετεί τραπεζίτες και ολιγάρχες

Πως η ΝΔ καταστρέφει τη μεσαία τάξη και εξυπηρετεί τραπεζίτες και ολιγάρχες

Του Πέτρου Χασάπη
Δεν έχω πρόθεση να αναλύσω εδώ ολόκληρο το σχέδιο της νεοφιλελεύθερης ΝΔ για την διάλυση της μεσαίας τάξης. Το κάνω εξάλλου κάθε φορά που τίθεται κάποιο σχετικό θέμα. Θα περιοριστώ προς το παρόν μόνο στην επιβολή δια της κρατικής βίας, της υποχρέωσης για αγορές με ηλεκτρονικές αποδείξεις τουλάχιστον 30% του αποκτηθέντος εισοδήματος.

Τα ίδια ακριβώς έκανε και ο ΣΥΡΙΖΑ εναντίον της μεσαίας τάξης. Η διαφορά μεταξύ τους έχει καθαρά ιδεολογική στόχευση. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ εσκεμμένα διέλυε τη μεσαία τάξη για να δημιουργήσει ένα εξαθλιωμένο προτελαριάτο, η δε ΝΔ διαλύει τη μεσαία τάξη για να εξυπηρετήσει τους ολιγάρχες. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο. Νεοαριστεροί και Νεοφιλελεύθεροι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η μεσαία τάξη, από τη φύση της είναι αδύνατο να οργανωθεί και να αντιδράσει δυναμικά. Αντίθετα οι ολιγάρχες, επειδή είναι λίγοι και ισχυροί, με έντονα συμφέροντα, μπορούν κάλλιστα να συνεννοηθούν μεταξύ τους αλλά και με διεθνείς παράγοντες και να καθυποτάξουν οποιαδήποτε εθνική κυβέρνηση Αριστερή η Δεξιά. Το έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό και υπέκυψε, το υπηρετεί τώρα, ως εκ της ιδεολογίας της, η ΝΔ.

Ας πάρουμε όμως ένα απλό παράδειγμα για να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει με το 30%. Υποθέτουμε ότι έχουμε έναν εισοδηματία της μεσαίας τάξης, που εισπράττει από μισθώματα 2.000 ευρώ το μήνα. Αυτός καταβάλει φόρο για αυτά τα μηνιαία μισθώματα 480 ευρώ το μήνα. Τον υποχρεώνει λοιπόν η ΝΔ να κάνει με το ζόρι και αγορές μέσω τραπεζών 600 ευρώ το μήνα, για τα οποία θα πληρώσει μηνιαίως ΦΠΑ 144 ευρώ. Ταυτόχρονα θα πληρώσει το λιγότερο ανάλογο μηνιαίο ΕΝΦΙΑ 100 ευρώ, οπότε έχουμε ένα σύνολο φόρων 724 ευρώ το μήνα. Θα πρέπει επιπλέον να καταναλώσει υποχρεωτικά μέσω τραπεζών και 600 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), οπότε, από τα 2.000 ευρώ, θα του μείνουν στα χέρια μόνο 820 ευρώ. Αν μάλιστα έχει υποχρέωση να εξοφλεί κάποιο δάνειο, τότε δεν θα μείνει στα χέρια του ούτε ευρώ.

Τίθεται το ερώτημα: Θα γίνονται αγορές ηλεκτρονικά για κάθε είδους εισοδήματος; Όχι φυσικά, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται εισοδήματα από μερίσματα, τόκους, κέρδη από χρηματοπιστωτικά προϊόντα, από μετοχές κ.λ.π., δηλαδή εξαιρούνται τα κέρδη των ολιγαρχών. Εντάξει, θα πει κάποιος, αυτό μας πείραξε; Θα μας πειράξει όμως πιο πολύ, όταν δούμε ότι η υποχρέωση για αγορές με ηλεκτρονικές αποδείξεις δεν υφίσταται για ετήσια εισοδήματα πέραν των 66.667 ευρώ. Δηλαδή αυτός που βγάζει εκατομμύρια το μήνα, υποχρεούται να κάνει αγορές με ηλεκτρονικές αποδείξεις μόνο μέχρι το τμήμα του εισοδήματός του, εκείνο των 66.667 ευρώ και πάλι με τις πιο πάνω απαλλαγές. Τις υπόλοιπες δοσοληψίες του, μπορεί άνετα να τις κάνει με μετρητά, τα οποία μπορεί να είναι «μαύρα» και να αποφεύγει έτσι να πληρώσει κάθε σχετικό φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ κ.λ.π.

Τα ίδια ακριβώς σκοπεύει να κάνει η νεοφιλελεύθερη ΝΔ και με το ασφαλιστικό. Και αυτός που έχει μηδενικό εισόδημα και αυτός που κερδίζει εκατομμύρια το μήνα, θα πληρώνουν ακριβώς τα ίδια ασφάλιστρα. Μόνο που αυτός που βγάζει εκατομμύρια, θα έχει τη δυνατότητα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών και ως εκ τούτου της πλήρους και άνετης κάλυψης και εξυπηρέτησής του.

Γιατί όμως η ΝΔ έβαλε το 30%; Το έκανε τάχα για να πατάξει τη φοροδιαφυγή; Μάλλον όχι. Πιστεύω ότι το έκανε για να εξυπηρετήσει τους τραπεζίτες. Για να εμφανίζουν δηλαδή διαθέσιμα και ρευστότητα οι τράπεζες και να μπορούν, μέσω της μεθόδου της μόχλευσης να χορηγούν δάνεια, υποχρεώνοντας εμάς τα «φορολογούμενα υποζύγια» της μεσαίας τάξης να συνεχίζουμε να διασώζουμε τις τράπεζες και δια αυτού του τρόπου.

Παλιά, μας μάθαιναν στο σχολείο (και οι σχετικές εκθέσεις έπεφταν βροχή), για τα οφέλη της αποταμίευσης. Όμως κανένας δεν μας είπε την αλήθεια, ότι δηλαδή η αποταμίευση, μέσω τραπεζικών καταθέσεων, στην ουσία εξυπηρετούσε τα κέρδη των τραπεζών, οι οποίες μέσω των δικών μας χρημάτων παρήγαγαν νέο χρήμα, από αέρα κοπανιστό. Σήμερα, η νεοφιλελεύθερη ΝΔ δεν αναλώνεται και δεν χάνει το χρόνο της με τέτοιες προπαγάνδες. Με το πρόσχημα της δήθεν πάταξης της φοροδιαφυγής, υποχρεώνει μέσω της κρατικής βίας τους δύστυχους Έλληνες πολίτες, να διακινούν κάθε συναλλαγή τους μέσω των τραπεζών και έτσι λύνει το πρόβλημα. Και διασώζει τις τράπεζες και τους δίνει και κέρδη.

Και όποιος πολίτης δεν θέλει να καταναλώνει το 30% του μηνιαίου εισοδήματος, αλλά θέλει να κάνει κάποια οικονομία, οδηγείται δια της βίας στην οικονομική του διάλυση, στη διάλυση της μεσαίας τάξης!

ΥΓ Τελικά, όλα αυτά θα οδηγήσουν τους πολίτες σε μεγαλύτερη φοροδιαφυγή, προκειμένου μάλλον να καταφέρουν να επιβιώσουν, παρά να κερδίσουν.

 

 

Να δημιουργήσουμε Εθνοφυλακή σε Αν. Αιγαίο και Έβρο τώρα.

Να δημιουργήσουμε Εθνοφυλακή σε Αν. Αιγαίο και Έβρο τώρα.

Του Πέτρου Χασάπη
Απτόητος ο Ερντογάν στέλνει στρατό στη Λιβύη. Μόνο αφελείς πλέον πιστεύουν ότι δεν θα επέμβει στην ελληνική ΑΟΖ. Ας… ετοιμαζόμαστε λοιπόν.

Η κυβέρνηση να αφήσει τις πολιτικές ανοησίες για διεθνές δίκαιο, Χάγη κ.λ.π. Αν θέλει εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, να φροντίσει τάχιστα, αφενός να εξοπλίσει τη χώρα, αφετέρου να δημιουργήσει Τάγματα Εθνοφυλακής δίνοντας όπλα και εκπαιδεύοντας τους πολίτες σε Αν. Αιγαίο και Έβρο. Μην αφήσει τους πολίτες έρμαιο στα χέρια των Τούρκων. Αν δεν το κάνει αυτό, θα ζήσουμε νέο 1922. Ο Ερντογάν υπερηφανεύεται συνέχεια ότι το 1922 πέταξαν τους προγόνους μας στη θάλασσα και μάλλον θα επιχειρήσει να το επαναλάβει.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας, πως όσες βόμβες και πύραυλοι και να πέσουν, κανένα εδαφικό τμήμα δεν καταλαμβάνεται, αν δεν πατήσει μέσα η μπότα του εχθρού. Αυτή η μπότα δεν πρέπει να πατήσει σε κανένα τμήμα εδάφους ή θάλασσας της Πατρίδας μας. Επομένως, ταχύτατα δημιουργία Εθνοφυλακής στα νησιά του Αν. Αιγαίου και στον Έβρο (για να μην πω για ολόκληρη τη χώρα), τώρα πριν να είναι αργά.

 

 

 

Παγκοσμιοποίηση εναντίον Εθνικού Κράτους

Παγκοσμιοποίηση εναντίον Εθνικού Κράτους

Του Πέτρου Χασάπη
Παγκοσμιοποίηση και Εθνικό κράτος, ή καλύτερα παγκοσμιοποίηση εναντίον εθνικού κράτους. Για να γίνει κατανοητό το όλο θέμα, θα κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, η οποία χωρίζεται σε τέσσερα στάδια ή κύματα, όπως τα ονομάζω κι εγώ, ακολουθώντας λίγο εδώ, το λεξιλόγιο του Άλβιν Τόφλερ.

Μετά από μια μακρά περίοδο πρωτόγονης ζωής, η εμφάνιση της γεωργίας, του πρωτογενούς δηλαδή τομέα παραγωγής, οδήγησε σε σταθερούς οικισμούς, σε χωριά και σε πόλεις – κράτη. Εξέλιξη που κατέληξε σταδιακά στην εμφάνιση του δουλοκτητικού συστήματος, ως κοινωνικοοικονομικού μοντέλου για χιλιάδες χρόνια.

Αυτή η περίοδος είναι το πρώτο κύμα στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Η κορύφωση δε, της ιστορικής διαδικασίας του πρώτου κύματος είναι η ακμή του ελληνικού πολιτισμού και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αργότερα.

Η παρακμή όμως και η κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οδήγησε στη διάλυση της ενιαίας κρατικής δομής και μέσα από ένα δεύτερο κύμα μεγάλων συγκρούσεων, δημιουργήθηκαν νέα πολυάριθμα κρατίδια, τα οποία οργανώθηκαν με βάση το φεουδαρχικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα, με τους δουλοπάροικους να ανήκουν μόνιμα ως παράρτημα στα κτήματα του φεουδάρχη. Και πάλι εδώ κυρίαρχος είναι ο πρωτογενής τομέας παραγωγής.

Την εποχή εκείνη αντίθετα, ο δευτερογενής τομέας, ήταν μικρές μονάδες χειροτεχνίας, οι οποίες παρήγαγαν κυρίως προϊόντα για τοπική κατανάλωση.

Αν και το σύστημα αυτό άρχισε μετά το 1300 μ.Χ. να ατονεί κυρίως στην Δ. Ευρώπη, με την εφεύρεση όμως της ατμομηχανής περί τα τέλη του 17ου αιώνα, τα γεγονότα άρχισαν να επιταχύνονται. Τώρα μπορούσαν πλέον να κατασκευαστούν μαζικά, τεράστιες ποσότητες προϊόντων.
Βρισκόμαστε λοιπόν στις αρχές της βιομηχανικής εποχής.

Τα φεουδαρχικά κρατίδια όμως, με τα δικά τους συμφέροντα και την πολυνομία από φέουδο σε φέουδο, στέκονταν εμπόδιο για τις ανάγκες της συνεχώς αυξανόμενης μαζικής βιομηχανικής παραγωγής, κυρίως για την εξασφάλιση μεγαλύτερων αγορών.

Τα πράγματα ήταν ασφυκτικά για τους νέους βιομηχάνους. Το κόστος λειτουργίας μιας βιομηχανίας, για την παραγωγή λίγων μόνο προϊόντων προς τοπική κατανάλωση, ήταν πολλαπλάσιο και καθιστούσε την παραγωγή ασύμφορη.

Η κατάσταση έγινε εκρηκτική. Προκλήθηκε κοινωνική σύγκρουση και είναι γνωστό πως οι μάζες των δουλοπάροικων, χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να δυναμιτίσουν από μέσα και να ανατρέψουν το παλιό σύστημα, διαλύοντας έτσι τα φέουδα για να δημιουργηθεί μια μεγάλη ενιαία αγορά.

Είμαστε λοιπόν στην ιστορική φάση της ανθρωπότητας, του τρίτου κύματος.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Θα δούμε στη συνέχεια ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, με διαφορετικές φυσικά παραμέτρους.

Αυτή τη μεγάλη ενιαία αγορά που έφτιαξαν διαλύοντας τα φέουδα, την προσομοίασαν στα πρότυπα της βιομηχανικής εταιρίας, με καταστατικό (δηλαδή Σύνταγμα), συνέλευση των μεγαλοαστών από όλη την επικράτεια (Κοινοβούλιο), ενιαία νομοθεσία, και φρόντισαν μέσω της προπαγάνδας, με τη βοήθεια και της μαζικής τυπογραφίας, να καλλιεργήσουν κοινή εθνική συνείδηση, βασισμένη σε κοινούς αγώνες, κοινές πολιτιστικές διαδρομές, κοινή θρησκεία, κοινές αξίες, κοινή γλώσσα κ.λ.π. Έφτιαξαν με λίγα λόγια το σύγχρονο εθνικό κράτος.

Φτάσαμε λοιπόν στο γνωστό σήμερα εθνικό κράτος, ως δημιούργημα των αναγκών του τρίτου κύματος της βιομηχανικής εποχής.

Εδώ όμως, πρέπει κατά την άποψή μου, να γίνει ένας διαχωρισμός αυτού του εθνικού κράτους που είναι γέννημα της βιομηχανικής επανάστασης, το οποίο ονομάζω Αστικό Εθνικό Κράτος, από το άλλο που το ονομάζω Ιστορικό Εθνικό Κράτος, όπως π.χ. η Ελλάδα, η οποία στη σύγχρονη μορφή της, δεν δημιουργήθηκε από κάποια βιομηχανική επανάσταση, αλλά μέσω ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Άσχετα φυσικά, αν τελικά οι επαναστάτες πρόγονοί μας, έκαναν το λάθος και αντί να βασιστούν στον δικό τους Κοινοτισμό, που κράτησε το έθνος όρθιο για 400 χρόνια, εισήγαγαν εσφαλμένα το αστικό πολίτευμα της βιομηχανικής επανάστασης, που ήταν όμως βασισμένο πάνω στα πρότυπα της βιομηχανικής εταιρίας και της ύπαρξης αντίστοιχα μιας ηγέτιδας μεγαλοαστικής κοινωνικής τάξης βιομηχάνων παραγωγών, σε μια υπανάπτυκτη γεωργική κοινωνία.

Έτσι από τότε και επί 200 χρόνια, η χώρα μας παρουσιάζει συνεχώς και θα συνεχίσει να παρουσιάζει, μια θεσμική αστάθεια, καθόσον ακόμα και σήμερα, προσπαθούμε να προσαρμόσουμε λάθος μοντέλο σε λάθος κοινωνία.

Εισαγάγαμε δηλαδή ένα πολίτευμα το οποίο ήταν προορισμένο για να ηγούνται μεγαλοπαραγωγοί βιομήχανοι, οι οποίοι όμως δεν υπήρχαν σε μας. Έτσι την κενή θέση τους, στην πολιτική και την οικονομία, πήραν τελικά οι διωγμένοι από την επαρχία, από τον Καποδίστρια, κοτζαμπάσηδες – οικονομικοί μεταπράτες και οικονομικά παράσιτα, που γιγαντώνονται έκτοτε, από τα φορολογικά έσοδα και τα δάνεια του κράτους.

Και το χειρότερο είναι πως με τη γραφειοκρατία που επέβαλαν, σκότωσαν και δεν άφησαν ποτέ να δημιουργηθεί από τα κάτω, μια νέα τάξη παραγωγών, γιατί απλούστατα γνώριζαν και γνωρίζουν, ότι έτσι θα έχαναν τα εξουσιαστικά προνόμια.

Ακόμα και σήμερα, αν δείτε, προσπαθούν να μας πείσουν ότι θα έρθει η ανάπτυξη από ξένους επενδυτές, στους οποίους φυσικά, προσδοκά να πουλήσει «προστασία» η εδώ παρασιτική ολιγαρχία. Όμως οι ξένοι δεν τρώνε κουτόχορτο.

Έχουμε λοιπόν διαχρονικά και μάλιστα στην εποχή του διαδικτύου, σταθερά, τρεις πολιτικές οικογένειες κυρίως, που κρατούν κληρονομικά την πολιτική εξουσία της χώρας και δεν ντρεπόμαστε να λέμε ότι έχουμε και την καλύτερη δημοκρατία που γνώρισε ο τόπος. Κάτι δεν πάει καλά με μας. Και αν συνεχίσουμε έτσι, προφανώς και δεν έχουμε μέλλον.

Αναρωτιέται και δικαίως ο ΕΛΥΤΗΣ για το πολίτευμα που επιβλήθηκε. «Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή,
που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα;».

Η διάκριση λοιπόν μεταξύ Αστικού Εθνικού Κράτους και Ιστορικού Εθνικού Κράτους έχει σημασία. Υπόβαθρο του πρώτου είναι ο οικονομικός-παραγωγικός του ιστός, ενώ υπόβαθρο του δεύτερου είναι ο ιστορικός, πολιτιστικός και θρησκευτικός του ιστός. Έτσι, όποιος θέλει να προκαλέσει πρόβλημα σε ένα αστικό εθνικό κράτος, θα φροντίσει να κτυπήσει τον παραγωγικό του ιστό, ενώ αν θελήσει να προκαλέσει πρόβλημα σε ένα ιστορικό εθνικό κράτος, θα φροντίσει να κτυπήσει την ιστορική, πολιτιστική και θρησκευτική του συνοχή. Αν σας λέει κάτι αυτό;

Με την άνοδο της βιομηχανικής αστικής τάξης, σταδιακά και σε διάστημα πολλών ετών, κάτω από την επικράτηση νέων ιδεών και την πίεση για συμμετοχή μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας στην πολιτική διαδικασία, διευρύνθηκε η βάση επιλογής των μελών του κοινοβουλίου και η βάση των εχόντων δικαίωμα ψήφου, ώσπου σιγά σιγά, η οικονομική εξουσία, προκειμένου να αποφύγει ανοικτή σύγκρουση με την κοινωνία, αποτραβήχτηκε στο παρασκήνιο και ανέβασε επαγγελματίες πολιτικούς στη σκηνή.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα, ο λαός βλέπει τους πολιτικούς στη σκηνή, αλλά δεν βλέπει τον υποβολέα.

Αυτό το εκπληκτικό τέχνασμα, δηλαδή ο διαχωρισμός οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και το πέρασμα της οικονομικής εξουσίας στο αθέατο παρασκήνιο, έξω από την άμεση προσοχή του λαού, αποτέλεσε σημαντική καμπή στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Έτσι, κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα, η αθέατη στο παρασκήνιο, αλλά καλά οργανωμένη δύναμη, ολίγων μεγάλων διεθνών τραπεζιτών,
με υποχείριο τις ελεγχόμενες αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις, κατάφερε να αποσπάσει από τα κράτη, το προνόμιο μονοπωλιακής παραγωγής και διανομής του χρήματος.

Το αποτέλεσμα είναι να διοικούν οι τραπεζίτες από το παρασκήνιο, στηρίζοντας με τα απεριόριστα χρηματικά μέσα που διαθέτουν, αφού παράγουν χρήμα από αέρα κοπανιστό, μαριονέτες πολιτικούς, ελεγχόμενα ΜΜΕ και μίσθαρνα δημοσιογραφικά στελέχη.

Αργότερα, το 1945, είχαμε τη συμφωνία του Bretton Woods, την ίδρυση της Παγκόσμιας Τράπεζας, την ίδρυση του ΔΝΤ, την ενίσχυση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών. Μετά είχαμε την ΕΟΚ που εξελίχθηκε σε ΕΕ, τη Ζώνη του Ευρώ, τον Οργανισμό Διεθνούς Εμπορίου και πολλά άλλα διεθνή όργανα. Επίσης, εντός των κρατών έχουμε εμφάνιση νέων «φρούτων» των λεγόμενων Ανεξάρτητων Αρχών, των διαφόρων ΜΚΟ κ.λ.π. Όλα αφαιρώντας συνεχώς, στοιχεία ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας από τα κράτη.

Σ’ αυτή την παγκόσμια Νέα Τάξη Πραγμάτων, που μας παρασύρει όλους, εκόντες άκοντες, κυριαρχεί η ιδεολογία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών ελίτ, που συνοψίζεται στο τρίπτυχο «ελεύθερη και ανεξέλεγκτη από τα κράτη, διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργατών, δηλαδή οικονομικών μεταναστών».

Αυτή η Νέα Τάξη, δεν θέλει κανέναν κρατικό έλεγχο των ενεργειών της και φυσικά δεν θέλει έλεγχο στην ελεύθερη μετακίνηση των οικονομικών μεταναστών (βλ. τελευταία συμφωνία στο Μαρακές).

Όποιος λοιπόν, υποστηρίζει τον έλεγχο του κράτους του στα κεφάλαια, στα εμπορεύματα και στη μετανάστευση, κατηγορείται αυτόματα από το πανίσχυρο οικονομικό και μιντιακό σύστημα ως φασίστας, εθνικιστής, ρατσιστής, ναζιστής και φυσικά λαϊκιστής.

Και επειδή δεν μπορούν να τον κατηγορήσουν ανοικτά, για τον έλεγχο κεφαλαίων και εμπορευμάτων, βάζουν μπροστά το ανθρώπινο στοιχείο των μεταναστών και στρέφουν έξυπνα προς τα εκεί όλη τη σύγκρουση, κρεμώντας ανέξοδα αλλά αποτελεσματικά, ταμπέλες. Μάλιστα βάζουν πάντα στη συζήτηση μπροστά, τα μικρά και ασυνόδευτα «παιδάκια» 15-17 ετών και αποσιωπούν τους χιλιάδες ενήλικες.

Το κόλπο δουλεύει μια χαρά με τις ΜΚΟ, τα δήθεν παρατηρητήρια ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα ΜΜΕ κ.λ.π. Και φτάσαμε στο σημείο, η όποια οικονομική ενίσχυση για τους μετανάστες, να μην δίνεται στο κράτος, αλλά στις ΜΚΟ.

Αναζητείστε το χρώμα του χρήματος. Οι διεθνείς μπίζνες, είναι πίσω από κάθε τι που συμβαίνει σήμερα.

Εθνικές οικονομικές ελίτ του 1% από όλα τα κράτη, που κατέχουν περίπου το 50% του αντίστοιχου εθνικού πλούτου (σημειώστε ότι, στην Ελλάδα αυτό το 1%, αύξησε το πλούτο του περίπου στο 60% στα χρόνια των μνημονίων, την ώρα που ο λαός χάνει τα σπίτια του), ανακαλύπτοντας τον τρόπο κυριαρχίας στον πλανήτη, έχουν παρακάμψει τα κράτη και έχουν συναντηθεί σε διεθνές επίπεδο οικονομικών δραστηριοτήτων (δηλ. μπίζνες). Συνέθεσαν έτσι, μια πλανητικά διαπλεκόμενη και ανεξέλεγκτη οικονομική δύναμη, την ίδια στιγμή που τα εθνικά πολιτικά συστήματα εξακολουθούν να παραμένουν εντός των εθνικών ορίων, και μη μπορώντας να επηρεάσουν τα παγκόσμια πράγματα, απλά έχουν μετατραπεί σε εκτελεστές εντολών της διεθνούς οικονομικής δύναμης εναντίον των ίδιων των λαών τους.

Όπως σωστά παρατηρεί ο σύγχρονος φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, σχετικά με τα πιο πάνω, «το οικονομικό είναι πλέον πλανητικό έξω από τα εθνικά όρια, ενώ το πολιτικό παραμένει εθνικό εντός των εθνικών ορίων, με περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης στο διεθνές γίγνεσθαι».
Έχουμε δηλαδή μια ασύμμετρη πραγματικότητα.

Η ψηφιακή επανάσταση του διαδικτύου (όπως τότε εκείνη της ατμομηχανής), η ανάπτυξη των on line διεθνών τραπεζικών συναλλαγών, η ανάπτυξη των επικοινωνιών, αλλά και η ανάπτυξη των διεθνών συγκοινωνιών, έθεσαν την ανθρωπότητα σε αναπόδραστη πορεία παγκόσμιας σύγκλισης. Κάτι που εξυπηρετεί όμως άριστα τα σχέδια της παγκοσμιοποίησης.

Είναι πια ολοφάνερο ότι έχουμε ήδη εισέλθει στο τέταρτο κύμα της ανθρώπινης ιστορίας, στο οποίο ως κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο, δείχνει να υπερισχύει πλέον ο τριτογενής τομέας της οικονομίας.

Οι παλιοί εθνικοί βιομήχανοι, είναι τώρα και αυτοί δέσμιοι των χρηματοπιστωτικών αγορών. Υπερισχύουν οι υπερεθνικές – πολυεθνικές (με μετόχους από όλες τις εθνικές ελίτ), οι οποίες, με σύμμαχο το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (τα ίδια αφεντικά δηλαδή είναι παντού), κυριαρχούν στο πλανήτη.

Στην επίτευξη του στόχου της για ενιαία πλανητική αγορά, η διεθνής ολιγαρχία ασφυκτιά από τα εμπόδια που προβάλουν τα εθνικά κράτη, όπως τα εμπόδια των παλιών φέουδων.

Φανταστείτε λοιπόν, πως βλέπουν οι διεθνείς ολιγάρχες σήμερα, έναν κάποιον πολιτικό ή ένα κάποιο κόμμα σε κάποιο κράτος, που πάει να τους χαλάσει τα σχέδια.

Υπάρχει όμως μια διαφοροποίηση του τότε με το τώρα. Τότε, οι μεγαλοαστοί βιομήχανοι είχαν να αντιμετωπίσουν κυρίως τα εμπόδια των προσωπικών φέουδων και κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ενιαία επικράτεια, μέχρις εκεί που υπήρχαν κοινές παραδόσεις, κοινός πολιτισμός, κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία κ.λ.π.

Τώρα, ο στόχος για ενιαία παγκόσμια αγορά, προσκρούει πάνω σε, διαφορετικούς πολιτισμούς, διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές παραδόσεις κ.λ.π.

Το εγχείρημα είναι πολύ πιο δύσκολο και κυρίως δεν υπάρχουν, ως επί το πλείστον, έτοιμες επαναστατικές μάζες μέσα στα εθνικά κράτη, να πολεμήσουν για τους πιο πάνω στόχους της παγκοσμιοποίησης, όπως υπήρχαν οι μάζες των δουλοπάροικων στα φέουδα, που αποζητούσαν ελευθερία.

Την έλλειψη επαναστατικών μαζών, στο εσωτερικό των εθνικών κρατών, προσπαθούν να την αναπληρώσουν, με μάζες εξαθλιωμένων και εξαγριωμένων μεταναστών και προσφύγων, που δημιουργεί η σύγχρονη ανισοκατανομή του παγκόσμιου πλούτου και οι εσκεμμένοι τοπικοί πόλεμοι.

Οι μάζες όμως αυτές, όπως είπαμε, δεν θα πρέπει να υπόκεινται, κατά τους στόχους της διεθνούς ελίτ, στον έλεγχο των κρατών, διότι τότε αυτόματα αναγνωρίζεται η κυριαρχία του κράτους. Πρέπει επομένως να εισέρχονται ελεύθερα και αυθαίρετα (δηλ. παράνομα). Κάτι ανάλογο υπέγραψαν και στο Μαρακές.

Αυτή λοιπόν η παράνομη είσοδος, είναι επιλογή των εγκεφάλων της παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι τυχαίο γεγονός και πρέπει να γίνει κατανοητό αυτό.

Όταν για παράδειγμα βλέπουμε έκπληκτοι να περνούν τα ελληνικά σύνορα χιλιάδες παράνομοι μετανάστες και πρόσφυγες, πρέπει να ξέρουμε γιατί γίνεται αυτό. Δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο το όπλο αλλά κι αυτόν που το κρατάει.

Στο βάθος, επιδιώκεται αφενός η μίξη και η ατόνηση των εθνοτικών χαρακτηριστικών, αφετέρου η δημιουργία μακροχρόνια επαναστατικών μαζών μέσα στα εθνικά κράτη, για την μελλοντική διάλυσή τους, καθόσον είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις και προστριβές με τους γηγενείς πληθυσμούς.

Ο Ερντογάν το έχει αντιληφθεί αυτό και ενώ τυπικά παίζει το παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης, στέλνοντας εδώ παράνομους μετανάστες, στην ουσία εξυπηρετεί ταυτόχρονα τα εθνικιστικά του σχέδια. Μάλιστα, και θα το δείτε σύντομα, θα εμφανιστεί και ως προστάτης των μεταναστών στο Αιγαίο, διεκδικώντας δημιουργία δήθεν ουδέτερης ζώνης, προκειμένου στην ουσία να αποκτήσει η Τουρκία τον έλεγχο του Αιγαίου.

Εμείς από την άλλη, αντί να κάνουμε το ίδιο, αφήνοντας τους ανθρώπους αυτούς να πάνε εκεί που οι ίδιοι θέλουν, γεμίζοντας την Ευρώπη, κάτι που θα είχε σιωπηρά και τη στήριξη της διεθνούς ελίτ, αντίθετα υπακούμε στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κρατάμε όλο αυτόν τον κόσμο εδώ με το ζόρι. Θα πρέπει να αντιληφθούμε, ότι η διεθνής ελίτ δεν στρέφεται μόνο εναντίον της Ελλάδας (πέρα από το ότι είμαστε ιστορικό εθνικό κράτος, όπως είπα), αλλά εναντίον όλων των κρατών.

Για να επενδυθεί δε ιδεολογικά αυτή η επιλογή της παγκοσμιοποίησης, διακηρύσσεται η πολυπολιτισμικότητα, η νέου τύπου Open Society κοινωνίες, ο διεθνισμός κ.λ.π. και καλούνται οι πολίτες των εθνικών κρατών να γίνουν αόριστα πολίτες του κόσμου.

Η διαδικασία όμως αυτή, τείνει να δημιουργήσει ένα κόσμο όπου θα υπάρχουν: μια ομογενοποιημένη πολυπολιτισμική καταναλωτική κοινωνία, μια ενιαία παγκόσμια αγορά, μια παρωχημένη συγκεντρωτική ψευδοδημοκρατία στα κράτη – επαρχίες, απλά για να νομιμοποιούνται οι έξωθεν εντολές, ενιαία κεντρική παγκόσμια διακυβέρνηση καθοριζόμενη από την διεθνή ελίτ, κεντρικός έλεγχος πληροφόρησης, μονοδιάστατη εκπαίδευση, κοινό νόμισμα και μάλλον μια κυρίαρχη θρησκεία. Κατά την άποψη του καθηγητή Μάζη, προωθούν το Ισλάμ για ευνόητους λόγους.

«We need global goverment and we need it fast». Έκραζε Έλληνας πρωθυπουργός, όταν γυρνούσε ανά την Υφήλιο και χαρακτήριζε την Ελλάδα ως ένα διεφθαρμένο κράτος από την κορυφή μέχρι κάτω. Ο δε σημερινός πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης, φιλογερμανός και φέρελπις της Παγκοσμιοποίησης, δήλωσε πολέμιος του νατιβισμού και θιασώτης της πολυπολιτισμικότητας. Δεν συζητάμε βέβαια για τον διεθνιστικό και εθνομηδενιστικό ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως είδαμε, με το τέταρτο κύμα, έχει επέλθει μια σημαντική διαφοροποίηση, η οποία άλλαξε δραματικά τη μορφή του παραδοσιακού καπιταλισμού, που αναπτύχθηκε στην βιομηχανική εποχή. Λόγω κυρίως αυτής της διαφοροποίησης, ο παλιός εθνικός πολιτικός διαχωρισμός «Αριστερά – Δεξιά», της βιομηχανικής περιόδου, δεν έχει πλέον ουσιαστικό περιεχόμενο, είναι ξεπερασμένος και στην ουσία συσκοτίζει τα πράγματα.

Η επιχειρούμενη παγκοσμιοποίηση όμως, δεν είναι πανίσχυρη όπως νομίζουν πολλοί. Έχει και αυτή την αχίλλειο πτέρνα της, ένα ευάλωτο σημείο. Ενώ θέλει ανοιχτά εθνικά κράτη, για την απρόσκοπτη ικανοποίηση των συμφερόντων της, ταυτόχρονα στηρίζει την ύπαρξή και τη δράση της σε κλειστά συγκεντρωτικά εθνικά πολιτικά συστήματα, για να τα ελέγχει εύκολα, με τη συνεργασία πάντα της εσωτερικής «πέμπτης φάλαγγας» δηλαδή των απόλυτα ταυτισμένων εθνικών ολιγαρχών.

Η λύση εδώ, που είναι και το αντίπαλο δέος της παγκοσμιοποίησης, είναι η αποκέντρωση της εξουσίας εντός των κρατών προς τα χέρια των πολιτών. Μιλάμε δηλαδή για ουσιαστική δημοκρατία. Η διεθνής ελίτ ελέγχει εύκολα έναν πρωθυπουργό και μέσω αυτού την κυβέρνησή του και την στρατευμένη πλειοψηφία στη Βουλή. Αν όμως η πολιτική εξουσία διαχεόταν μέσα στην κοινωνία, τότε δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί εύκολα ολόκληρος λαός.

Δείτε τι συμβαίνει για παράδειγμα με την ψηφιακή τεχνολογία του blockchain. Επειδή δουλεύει με βάση τη λογική της δημοκρατίας, καμία δύναμη δεν μπορεί να την σπάσει.

Γιατί άραγε, να μην έχει και η Ελλάδα δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία, ώστε να μπορεί να αυτοπροστατευθεί η κοινωνία; Να, ένα από τα πολλά παραδείγματα.

Όχι λένε ΝΔ και ΚΙΝΑΛ στην επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Μια χαρά, μας λένε, λειτουργεί το πολίτευμα. Δηλαδή μιλάμε για τα δύο κόμματα που μας χρεοκόπησαν, και είναι και τα ίδια χρεοκοπημένα.

«Αν γινόταν δημοψήφισμα, δεν θα περνούσε η συνθήκη των Πρεσπών», κραύγαζε η κ. Μπακογιάννη την προπερασμένη Τετάρτη στην ίδια επιτροπή.

Βλέπετε λοιπόν, ότι έχουμε κόμματα που δεν θέλουν την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους από τα δεσμά της παγκοσμιοποίησης. Δεν θέλουν το λαό όρθιο και ισχυρό. Το αντίθετο μάλιστα.

Τελειώνοντας, θα πω το εξής: Πρέπει να αντιτάξουμε απέναντι στην πρόταση της παγκοσμιοποίησης για Open Society, την Active Society. Απέναντι στην ιδεολογία της παθητικής «Ανοικτής Κοινωνίας» των ανοικτών συνόρων, να αντιτάξουμε την ιδεολογία της δυναμικής «Ενεργού Κοινωνίας», της κοινωνίας που θα βασίζεται στη δικαιοσύνη, την ελευθερία και τη συνεχή συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων.

Σκέφτομαι πάντα αυτό που είπε ο Paul Craig Roberts, ότι δηλαδή «ολόκληρη η ανθρωπότητα κρέμεται από την αντίδραση των Ελλήνων στο endgame της μαύρης παγκόσμιας ελίτ».

«Παγκοσμιοποίηση λοιπόν ή ελεύθερες πατρίδες». Ιδού το πραγματικό σημερινό δίλημμα.

Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να ζήσει με ασφάλεια, έξω από τη δική του κοινωνία, μόνος του, ένα φτερό στον άνεμο της απρόσωπης πολυπολιτισμικής παγκοσμιοποίησης,
μια καταναλωτική μηχανή και αντικείμενο εκμετάλλευσης της διεθνούς οικονομικής ελίτ, ας επιλέξει το πρώτο.

Όποιος όμως, θέλει να είναι μια οντότητα μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο, με το οποίο θα τον συνδέουν κοινά πράγματα, να έχει μια προσωπικότητα, να συμμετέχει στις αποφάσεις και να ολοκληρώνεται μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό σύνολο, υπάρχει η Λύση.

 

 

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; –  Όρκος των πολιτικών.

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; – Όρκος των πολιτικών.

Του Πέτρου Χασάπη
Την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για την αναθεώρηση του Συντάγματος η πρώτη ενότητα των άρθρων εκείνων που αφορούν τη Χριστιανική θρησκεία και τον θρησκευτικό όρκο (άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2).

Εισηγητής από την πλευρά του κόμματος της Ελληνικής Λύσης ήταν ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Χήτας, ο οποίος είπε τα εξής:

«Το Σύνταγμά μας δεν είναι ένα αμιγώς νομοτεχνικό κείμενο. Είναι συνυφασμένο με την ιστορία της πατρίδας μας, τον πολιτισμό μας, τη θρησκευτική συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και τις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821.

Στο πέρασμα των ετών, αλλά και των γεγονότων που συνέβησαν και σημάδεψαν την ιστορία μας και την πορεία μας, υπήρξαν πολλά συντάγματα, τα οποία στη συνέχεια αναθεωρήθηκαν, αλλά και επικρίθηκαν, γι’ αυτό και εξάλλου εγκαταλείφθηκαν.

Δεν στάθηκαν, προφανώς, ικανά να αποτρέψουν καταστάσεις που υπήρξαν καταστροφικές για τη χώρα και το λαό.

Για παράδειγμα, το Σύνταγμα του 1957 δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει τη Δικτατορία του 1967. Το σημερινό Σύνταγμα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας αναθεωρήθηκε το 2008. Δεν στάθηκε, όμως, ικανό να αποτρέψει τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, τη χρεοκοπία της χώρας και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Καμία από τις τρεις αναθεωρήσεις δεν απέτρεψε την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας, αλλά και την υποχωρητικότητα της χώρας έναντι των εθνικιστικών γειτόνων μας βόρεια και ανατολικά.

Εν έτη 2019, λοιπόν, και με βαριά τη σκιά όλων αυτών των εθνικών αποτυχιών, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε το ισχύον Σύνταγμα για τέταρτη φορά.

Δυστυχώς, τα πρώτα δείγματα γραφής δεν είναι ενθαρρυντικά. Διαπιστώνω πως δεν δείχνουμε τη γενναιότητα να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε ρότα. Συνεχίζουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Συνεχίζουμε λες και η Ελλάδα δεν διανύει μια διαφορετικού είδους κατοχή τόσο σε οικονομικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Στη Δημοκρατία και στην πολιτική η διαφωνία είναι αναμενόμενη και μέσα από αυτήν προκύπτουν και οι λύσεις. Είναι άλλο, όμως, η διαφωνία και άλλο η πολιτική σκοπιμότητα.

Για να είμαστε πραγματικά υπερήφανοι για τις υπογραφές μας, αυτές που θα μπουν κάτω από αυτή την αναθεώρηση του Συντάγματος, οφείλουμε να ξεπεράσουμε μικρές ή μεγάλες σκοπιμότητες πολιτικές, να συνειδητοποιήσουμε γιατί το Σύνταγμα δεν βοήθησε να αποτραπεί η χρεοκοπία, γιατί δεν παρείχε εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μη φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση.

Μόνο έτσι η συνταγματική Αναθεώρηση θα διορθώσει αδύνατα σημεία του Συντάγματος και θα συμβάλλει αποτελεσματικά για το Κράτος, για την κοινωνία, για τον άνθρωπο.

Μέχρι στιγμής μοιάζει, πάντως, να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τις αποτυχίες του παρελθόντος.

Ας έρθουμε τώρα στα θέματα της σημερινής ενότητας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Στην προτείνουσα Βουλή, λοιπόν, και αναφορικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πιστή στον διεθνιστικό της προσανατολισμό και στη μεθόδευση ατόνησης, φυσικά, του εθνικού κράτους και των εθνικών χαρακτηριστικών του Κράτους και της κοινωνίας, υποστήριξε την αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 3 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση της θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Προτείνει το άρθρο 3 να συμπτυχθεί σε μια παράγραφο και ως λόγο για τη συγκεκριμένη αναθεώρηση προβάλλει το ότι πρέπει να είναι συνταγματικά σαφές πως η ρύθμιση του άρθρου 3 δεν προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Κατ’ αρχάς, να επισημάνω μία σύγχυση ιδεών και εννοιών στο σημείο αυτό. Η ουδετερότητα δεν ταυτίζεται με την ελευθερία και, επομένως, η έννοια της θρησκευτικής ουδετερότητας δεν ταυτίζεται με τη θρησκευτική ελευθερία. Το Σύνταγμά μας προστατεύει πανηγυρικά τη θρησκευτική ελευθερία. Είναι το άρθρο 13 παράγραφος 1, το οποίο, μάλιστα, με βάση το άρθρο 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος, δεν αναθεωρείται.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 3, έτσι όπως είναι διαμορφωμένη, δεν συνάγεται ότι προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» έχει πραγματική διάσταση. Αναφέρεται ως «επικρατούσα» με την έννοια ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και όχι με την έννοια ότι υπερτερεί, ότι προηγείται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε επίπεδο θρησκευτικής συνείδησης.

Επιπλέον, ο όρος «επικρατούσα» έχει ιστορικές καταβολές. Συνδέεται με τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων. Δεν μπορούν να ξεχνιούνται σημαντικές στιγμές της ιστορίας μας. Πώς να το κάνουμε; Το «Κρυφό Σχολειό», όπου η παπάς ήταν δάσκαλος, ήταν τρόπος διατήρησης της εθνικής μας συνείδησης και ταυτότητας. Και εκεί, όπως και πολύ πριν και μετά τα ελληνόπουλα διδάχθηκαν τις αρχές της Ορθοδοξίας.

Άλλο, βέβαια, είναι το ζήτημα των οικονομικών στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό, το οποίο εκφεύγει του νοήματος και του σκοπού του άρθρου 3. Οι τέτοιου είδους εναλλακτικές δεν εμπίπτουν στο Σύνταγμα. Αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης κατώτερου, φυσικά του Συντάγματος, κανόνα δικαίου.

Πρέπει, όμως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί κατά τη διάρκεια της κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η όποια αναθεώρηση του κορυφαίου νόμου της πατρίδας μας πρέπει να γίνεται με φειδώ και με περίσκεψη και όχι απλά να αναθεωρούμε για να δείξουμε απλώς έργο. Δεν πειραματιζόμαστε με το Σύνταγμα. Δεν γίνεται έτσι απλά να ισοπεδώνουμε τα πάντα με το επιχείρημα της ουδετερότητας.

Γι’ αυτό, άλλωστε, στην Ελληνική Λύση πιστεύουμε πως είναι περιττή η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης περί διευκρίνισης της «επικρατούσας θρησκείας». Πραγματικά, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που χρειάζεται αναθεώρηση στο άρθρο 3. Μήπως το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη, δογματικά με τη μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, όπως και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού; Μα, η ίδια η διάταξη κάνει λόγο για δογματική ένωση.

Ποιον, άραγε, ενοχλεί αυτός ο σύνδεσμος της Ελλάδος με το Φανάρι, ειδικά σήμερα που οι σχέσεις μας με τη γείτονα χώρα βρίσκονται σε ένα οριακό σημείο;

Το ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις, αλλά και ότι είναι αυτοκέφαλη, δεν αποτελεί υπονόμευση του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά επισημαίνει και πλαισιώνει το ρόλο, το σκοπό και το πώς λειτουργεί η Εκκλησία.

Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η ειδική μνεία, μέσω της παραγράφου 2 του άρθρου 3, περί ύπαρξης εκκλησιαστικού καθεστώτος σε ορισμένες περιοχές του Κράτους. Η διάταξη αναφέρεται σε άλλα καθεστώτα, όπως η Εκκλησία της Κρήτης, όχι, όμως, του Αγίου Όρους, μιας και για την Αθωνική Πολιτεία υπάρχει ειδική διάταξη στο Σύνταγμα, το άρθρο 105.

Τίποτα, λοιπόν, δεν μένει αρρύθμιστο, δεν αφήνεται τίποτα στην τύχη του. Γι’ αυτό και είναι νομικά και νομοτεχνικά λάθος να αφαιρούνται διατάξεις αποσπασματικά από το Σύνταγμα. Αντίθετα, θα πρέπει να γίνεται συνολική επισκόπηση και θεώρηση του συνταγματικού κειμένου.

Σχετικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 13 του Συντάγματος και πέραν των όσων ειπώθηκαν παραπάνω σε σχέση με τη θρησκευτική ελευθερία, η συνταγματική πρόβλεψη στο συγκεκριμένο άρθρο της καθιέρωσης του πολιτικού όρκου θα σήμαινε αλλαγές και σε άλλα άρθρα του Συντάγματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τη συνταγματική κατοχύρωση του πολιτικού όρκου ως έκφραση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Θεωρεί πως αν ο θρησκευτικός όρκος είναι υποχρεωτικός, αντίκειται στη θρησκευτική ελευθερία. Συνεπώς, δεν μπορεί με το πρόσχημα της θρησκευτικής ουδετερότητας να επιχειρούμε να αναθεωρήσουμε άλλα μέρη του Συντάγματος, που έχουν διαφορετικό σκοπό και ρυθμίζουν διαφορετικά αντικείμενα.

Στο τρίτο μέρος του Συντάγματος «Οργάνωση και λειτουργίες της πολιτείας» και ειδικότερα στο δεύτερο τμήμα ρυθμίζονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το άρθρο 33 παράγραφος 2 ρητά προβλέπει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίδει θρησκευτικό όρκο με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος άρχοντας του ελληνικού Κράτους. Είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Βάσει του άρθρου 36 είναι αυτός που εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος και σύμφωνα με το άρθρο 45 είναι ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Αυτές και μόνο, λοιπόν, είναι κάποιες ιδιότητες και αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και ο καθένας εύκολα αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητά του ως προς τον θεσμό, αλλά και ως εκπροσώπου της χώρας μας. Οι ιδιότητές του δεν έχουν να κάνουν με την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά με την άσκηση πράξεων κρατικής κυριαρχίας και εκπροσώπησης της χώρας μας.

Η Ελληνική Λύση ακράδαντα πιστεύει ότι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να δίδει θρησκευτικό και μόνο όρκο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας προσδίδουν ένα κύρος, αλλά είναι και ύψιστη ευθύνη, που εξ ορισμού μόνον θρησκευτικό όρκο συνεπάγονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι έκφραση αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά έκφραση συνειδητοποίησης του υψηλού αισθήματος ευθύνης και πίστης απέναντι στην πατρίδα που πρέπει να έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η Ελληνική Λύση δεν διαπραγματεύεται τη θέση και το ιερό καθήκον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος σύμφωνα με το Σύνταγμα δίδει μόνο θρησκευτικό όρκο.

Αντίστοιχα, πρεσβεύουμε και για το άρθρο 59 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που προβλέπει τον θρησκευτικό όρκο για τους Βουλευτές, οι οποίοι αναλαμβάνουν καθήκοντα.

Όσον αφορά τους Βουλευτές, ο θρησκευτικός όρκος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη σημαντικότητα των καθηκόντων των Βουλευτών. Γι’ αυτό και υποστηρίζουμε ότι και η παράγραφος 2 του άρθρου 59 δεν χρήζει αναθεώρησης. Η βουλευτική ιδιότητα και το καθήκον του Βουλευτή δεν διαφοροποιούνται στην περίπτωση που ο Βουλευτής είναι αλλόθρησκος ή ετερόδοξος, ούτε βέβαια είναι ήσσονος σημασίας ο θρησκευτικός όρκος ετερόδοξου ή αλλόθρησκου. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι η θρησκευτική ελευθερία; Αυτό δεν είναι έκφραση θρησκευτικής συνείδησης, αυτό που ζητάτε;

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, υποστηρίζουμε ότι τα άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2 του Συντάγματος πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, ενόψει του ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από την προτείνουσα Βουλή, ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των άρθρων που πρόκειται να αναθεωρηθούν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όχι μόνο στη σημερινή ενότητα ως προς την αναθεώρηση άρθρων, αλλά και για το σύνολο των προς αναθεώρηση άρθρων διαφαίνεται ότι θα υπάρξουν έντονες διαφωνίες. Πρόκειται για διαφωνίες που διατυπώνονται απλώς για μικροπολιτικούς λόγους. Με αυτήν τη λογική, όπως είπα, η χώρα χρεοκόπησε, αλλά μυαλό δεν βάλαμε.

Ήδη από τη χθεσινή ημέρα φάνηκαν τα ιδεολογικά οχυρά μεταξύ νεοαριστεράς και νεοδεξιάς. Κακοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, που αναπαράγουν το ξεπερασμένο από το πραγματικά εθνικό δίπολο Αριστεράς και Δεξιάς. Προφανώς και δεν έχουν κάτι άλλο να πουν. Έχουν, δε, την ψευδαίσθηση ότι με το παρωχημένο αυτό δίπολο μπορούν να παραπλανούν και να αποπροσανατολίζουν τον ελληνικό λαό. Αυτή η στείρα αντιπαράθεση έχει περάσει στο πολιτικό τους DNA. Όπως, όμως, είπα και χθες, τόσο η νεοαριστερά, όσο και η νεοδεξιά στο παρασκήνιο επί της ουσίας ταυτίζονται απόλυτα στα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης και έχουν τα ίδια διεθνή αφεντικά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είπα και εχθές ότι το σύγχρονο πολιτικό δίλημμα δεν είναι «αριστερά και δεξιά». Είναι διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη μία και οι πατρίδες από την άλλη, διεθνής οικονομική ελίτ από το ένα μέρος και οι εθνικές κοινωνίες από το άλλο μέρος. Αυτό το δίλημμα υπηρετούμε εμείς και σας καλούμε σε αυτό το πραγματικό, πλέον, δίλημμα να επικεντρωθούμε. Το δίλημμα αυτό άρχισε πλέον να καλλιεργείται από την εξωσυστημική πνευματική ελίτ της χώρας μας, αλλά και όλων των χωρών του πλανήτη και βρίσκεται ήδη σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον λαό. Ας μην το κρύβουμε από τον ελληνικό λαό.

Από χθες, λοιπόν, άρχισε μια συζήτηση, η οποία είδα να αναπαράγεται και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, για το ζήτημα εάν η προτείνουσα Βουλή δεσμεύει με τις κατευθύνσεις της την αναθεωρητική Βουλή ή αν η παρούσα αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται μόνο από τις προς αναθεώρηση διατάξεις και όχι από τις κατευθύνσεις.

Και μέσα από όλα αυτά, τέθηκε το ζήτημα ότι η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί, υποτίθεται, ο λαός. Ακούστε την υποκρισία. Δηλαδή η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί ο λαός!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας σταθούμε ειλικρινείς. Ερωτώ ευθέως: Θέλετε, δηλαδή, να μας πείτε ότι ο λαός γνώριζε τις λεπτομέρειες της πρότασης για την αναθεώρηση και τοποθετήθηκε ανάλογα στις πρόσφατες εκλογές; Μα, μόλις χθες ο κ. Λοβέρδος, αν δεν κάνω λάθος, είπε πως αυτά που συζητήθηκαν στην πρώτη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, έμειναν μέσα στους τοίχους της Βουλής και δεν πέρασαν στον λαό.

Εμείς, μάλιστα, ως υποψήφιοι Βουλευτές της Ελληνικής Λύσης τότε, προσπαθούσαμε να θέσουμε τα θέματα της συνταγματικής αναθεώρησης και στα διάφορα πάνελ των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όταν φυσικά αυτά μας προκαλούσαν, αλλά οι δημοσιογράφοι άλλαζαν κουβέντα.

Πότε, λοιπόν, ενημερώθηκε ο ελληνικός λαός για τις συγκεκριμένες προτάσεις αναθεώρησης, ώστε να τοποθετηθεί ανάλογα στις εκλογές; Δηλαδή, θέλετε να πούμε ότι ψήφισε στις εκλογές ο ελληνικός λαός με βάση αυτό! Δεν γίνονται αυτά.

Ας πάψουμε, λοιπόν, να επικαλούμαστε ότι ο λαός γνώριζε. Ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς απέναντι στον κόσμο.

Όταν ο λαός ψηφίζει, ψηφίζει κυβέρνηση με βάση κομματικά και ιδεολογικά κριτήρια και δεν γνωρίζει ούτε λαμβάνει υπόψη του τις προς αναθεώρηση διατάξεις. Αυτή είναι η αλήθεια και τη γνωρίζουμε όλοι. Ο λαός θα αποφάσιζε πραγματικά σχετικά με τις προς αναθεώρηση διατάξεις μόνο αν αυτό γινόταν με δημοψήφισμα.

Όποιος, λοιπόν, πραγματικά πιστεύει στον ελληνικό λαό και θέλει να εμπλέξει τον ελληνικό λαό στην αναθεωρητική διαδικασία, ιδού η Ρόδος ιδού και το δημοψήφισμα. Πριν βιαστείτε να κρίνετε, όμως, ομιλώ για ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα.

Σήμερα, λοιπόν, μιλάμε για ένα πολύ καυτό θέμα, αυτό των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας και σχετικών θεμάτων για τα οποία ήδη άρχισαν οι διαφωνίες. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλα τέτοια θέματα. Θα υπάρξουν πάλι διαφωνίες. Και στο τέλος της ημέρας η κυβερνητική πλειοψηφία -όπως συμβαίνει πάντα- θα ψηφίσει ό,τι θέλει.

Λέω, λοιπόν, ότι τις διαφωνίες αυτές μπορεί άνετα να τις επιλύσει ο ίδιος ο λαός με ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα, για να δούμε, επιτέλους, ποια είναι η άποψή του πάνω στα σοβαρά θέματα, ποια είναι η άποψή του στα θέματα εθνικής σπουδαιότητας και έπειτα η κυβερνητική πλειοψηφία ας πράξει ό,τι νομίζει.

Στο σημείο αυτό θα επικαλεστώ τα λόγια του πρώην Προέδρου της Βουλής, του κ. Βούτση, από σχετική συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Βουλής, στην οποία ήταν και εν ενεργεία Πρόεδρος. Επειδή ως δημοσιογράφος αναφέρω πάντα τις πηγές μου, τη συνέντευξη αυτή την ανακάλυψα στη σελίδα vouliwatch.gr.

Μίλησε τότε ο κ. Βούτσης για «έναν συμβουλευτικό ή επικουρικό ρόλο στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης που θα έχει η οποιαδήποτε προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ο κ. Βούτσης ότι αν προκύψουν σοβαρά επιμέρους προβλήματα για τα νερά, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τους διακριτούς ρόλους κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει γι’ αυτά τα θέματα να υπάρχουν γνωμοδοτικές διαδικασίες, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από το πώς θα υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση».

Επομένως, μπορούμε εδώ να συμφωνήσουμε ότι για μείζονα θέματα που θα προκύψουν διαφωνίες στην παρούσα διαδικασία, να ζητήσουμε, τουλάχιστον, τη γνώμη του λαού.

Πέρα από αυτό, έχει υποστηριχθεί επιστημονικά και η δυνατότητα ακόμα και ενός δεσμευτικού χαρακτήρα δημοψηφίσματος στην αναθεωρητική διαδικασία, έτσι όπως αυτή ισχύει στο Σύνταγμά μας, με βάση το ισχύον άρθρο 110.

Σχετικά έχουν αναπτυχθεί τρεις θεωρίες: Η θεωρία του αποκλεισμού του δημοψηφίσματος, η θεωρία της υποκατάστασης της αναθεωρητικής διαδικασίας από το δημοψήφισμα και η θεωρία –τρίτον- του συγκερασμού δημοψηφίσματος και αναθεωρητικής διαδικασίας. Κρατούσα είναι η θεωρία του αποκλεισμού.

Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η τρίτη θεωρία, η θεωρία του συγκερασμού, η οποία συνδυάζει την αυστηρότητά του Συντάγματος από τη μία, με τη λαϊκή συμμετοχή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το δημοψήφισμα μπορεί να ενταχθεί είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, για να κριθεί από τον λαό και η απόφαση που έχει ληφθεί από τη Βουλή.

Με τον τρόπο αυτό, η αναθεώρηση, αν θέλετε, γίνεται ακόμα δυσκολότερη και μάλιστα, όχι μόνο ξεφεύγει από τα στενά κομματικά πλαίσια και τα μικροκομματικά συμφέροντα, αλλά θα αναγκάσει όλα τα κόμματα να συνεργαστούν με ειλικρίνεια, προκειμένου να μην εκτεθούν απέναντι στον λαό, παρουσιάζοντας μια προοπτική που θα δίνει πραγματικές προοπτικές στη δημοκρατία και το μέλλον.

Πολλά, λοιπόν, μπορούν να γίνουν, όπως και η μη κρατούσα αυτή τη στιγμή θεωρία να γίνει κρατούσα, φτάνει να το θέλουμε. Όμως, το ερώτημα είναι αν θέλει το πολιτικό προσωπικό –και, εν προκειμένω, εκείνο της κυβερνώσας παράταξης- να εμπλέξει τον λαό στην αναθεωρητική διαδικασία ή αν θέλει τελικά να κρατήσει σφιχτά και στεγανά το Σύνταγμα στην πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Δυστυχώς, φοβάμαι ότι θα γίνει το τελευταίο».