Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; –  Όρκος των πολιτικών.

Επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Επικρατούσα η Χριστιανική Θρησκεία ή Ουδετερότητα του κράτους; – Όρκος των πολιτικών.

Του Πέτρου Χασάπη
Την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου συζητήθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για την αναθεώρηση του Συντάγματος η πρώτη ενότητα των άρθρων εκείνων που αφορούν τη Χριστιανική θρησκεία και τον θρησκευτικό όρκο (άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2).

Εισηγητής από την πλευρά του κόμματος της Ελληνικής Λύσης ήταν ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Χήτας, ο οποίος είπε τα εξής:

«Το Σύνταγμά μας δεν είναι ένα αμιγώς νομοτεχνικό κείμενο. Είναι συνυφασμένο με την ιστορία της πατρίδας μας, τον πολιτισμό μας, τη θρησκευτική συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και τις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821.

Στο πέρασμα των ετών, αλλά και των γεγονότων που συνέβησαν και σημάδεψαν την ιστορία μας και την πορεία μας, υπήρξαν πολλά συντάγματα, τα οποία στη συνέχεια αναθεωρήθηκαν, αλλά και επικρίθηκαν, γι’ αυτό και εξάλλου εγκαταλείφθηκαν.

Δεν στάθηκαν, προφανώς, ικανά να αποτρέψουν καταστάσεις που υπήρξαν καταστροφικές για τη χώρα και το λαό.

Για παράδειγμα, το Σύνταγμα του 1957 δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει τη Δικτατορία του 1967. Το σημερινό Σύνταγμα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας αναθεωρήθηκε το 2008. Δεν στάθηκε, όμως, ικανό να αποτρέψει τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, τη χρεοκοπία της χώρας και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Καμία από τις τρεις αναθεωρήσεις δεν απέτρεψε την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας, αλλά και την υποχωρητικότητα της χώρας έναντι των εθνικιστικών γειτόνων μας βόρεια και ανατολικά.

Εν έτη 2019, λοιπόν, και με βαριά τη σκιά όλων αυτών των εθνικών αποτυχιών, καλούμαστε να αναθεωρήσουμε το ισχύον Σύνταγμα για τέταρτη φορά.

Δυστυχώς, τα πρώτα δείγματα γραφής δεν είναι ενθαρρυντικά. Διαπιστώνω πως δεν δείχνουμε τη γενναιότητα να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε ρότα. Συνεχίζουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Συνεχίζουμε λες και η Ελλάδα δεν διανύει μια διαφορετικού είδους κατοχή τόσο σε οικονομικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Στη Δημοκρατία και στην πολιτική η διαφωνία είναι αναμενόμενη και μέσα από αυτήν προκύπτουν και οι λύσεις. Είναι άλλο, όμως, η διαφωνία και άλλο η πολιτική σκοπιμότητα.

Για να είμαστε πραγματικά υπερήφανοι για τις υπογραφές μας, αυτές που θα μπουν κάτω από αυτή την αναθεώρηση του Συντάγματος, οφείλουμε να ξεπεράσουμε μικρές ή μεγάλες σκοπιμότητες πολιτικές, να συνειδητοποιήσουμε γιατί το Σύνταγμα δεν βοήθησε να αποτραπεί η χρεοκοπία, γιατί δεν παρείχε εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μη φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση.

Μόνο έτσι η συνταγματική Αναθεώρηση θα διορθώσει αδύνατα σημεία του Συντάγματος και θα συμβάλλει αποτελεσματικά για το Κράτος, για την κοινωνία, για τον άνθρωπο.

Μέχρι στιγμής μοιάζει, πάντως, να μην έχουμε διδαχθεί τίποτα από τις αποτυχίες του παρελθόντος.

Ας έρθουμε τώρα στα θέματα της σημερινής ενότητας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Στην προτείνουσα Βουλή, λοιπόν, και αναφορικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πιστή στον διεθνιστικό της προσανατολισμό και στη μεθόδευση ατόνησης, φυσικά, του εθνικού κράτους και των εθνικών χαρακτηριστικών του Κράτους και της κοινωνίας, υποστήριξε την αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 3 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση της θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Προτείνει το άρθρο 3 να συμπτυχθεί σε μια παράγραφο και ως λόγο για τη συγκεκριμένη αναθεώρηση προβάλλει το ότι πρέπει να είναι συνταγματικά σαφές πως η ρύθμιση του άρθρου 3 δεν προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Κατ’ αρχάς, να επισημάνω μία σύγχυση ιδεών και εννοιών στο σημείο αυτό. Η ουδετερότητα δεν ταυτίζεται με την ελευθερία και, επομένως, η έννοια της θρησκευτικής ουδετερότητας δεν ταυτίζεται με τη θρησκευτική ελευθερία. Το Σύνταγμά μας προστατεύει πανηγυρικά τη θρησκευτική ελευθερία. Είναι το άρθρο 13 παράγραφος 1, το οποίο, μάλιστα, με βάση το άρθρο 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος, δεν αναθεωρείται.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 3, έτσι όπως είναι διαμορφωμένη, δεν συνάγεται ότι προσδιορίζει θρησκευτικά την ελληνική πολιτεία.

Ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» έχει πραγματική διάσταση. Αναφέρεται ως «επικρατούσα» με την έννοια ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και όχι με την έννοια ότι υπερτερεί, ότι προηγείται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε επίπεδο θρησκευτικής συνείδησης.

Επιπλέον, ο όρος «επικρατούσα» έχει ιστορικές καταβολές. Συνδέεται με τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων. Δεν μπορούν να ξεχνιούνται σημαντικές στιγμές της ιστορίας μας. Πώς να το κάνουμε; Το «Κρυφό Σχολειό», όπου η παπάς ήταν δάσκαλος, ήταν τρόπος διατήρησης της εθνικής μας συνείδησης και ταυτότητας. Και εκεί, όπως και πολύ πριν και μετά τα ελληνόπουλα διδάχθηκαν τις αρχές της Ορθοδοξίας.

Άλλο, βέβαια, είναι το ζήτημα των οικονομικών στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό, το οποίο εκφεύγει του νοήματος και του σκοπού του άρθρου 3. Οι τέτοιου είδους εναλλακτικές δεν εμπίπτουν στο Σύνταγμα. Αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης κατώτερου, φυσικά του Συντάγματος, κανόνα δικαίου.

Πρέπει, όμως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί κατά τη διάρκεια της κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η όποια αναθεώρηση του κορυφαίου νόμου της πατρίδας μας πρέπει να γίνεται με φειδώ και με περίσκεψη και όχι απλά να αναθεωρούμε για να δείξουμε απλώς έργο. Δεν πειραματιζόμαστε με το Σύνταγμα. Δεν γίνεται έτσι απλά να ισοπεδώνουμε τα πάντα με το επιχείρημα της ουδετερότητας.

Γι’ αυτό, άλλωστε, στην Ελληνική Λύση πιστεύουμε πως είναι περιττή η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης περί διευκρίνισης της «επικρατούσας θρησκείας». Πραγματικά, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που χρειάζεται αναθεώρηση στο άρθρο 3. Μήπως το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη, δογματικά με τη μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, όπως και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού; Μα, η ίδια η διάταξη κάνει λόγο για δογματική ένωση.

Ποιον, άραγε, ενοχλεί αυτός ο σύνδεσμος της Ελλάδος με το Φανάρι, ειδικά σήμερα που οι σχέσεις μας με τη γείτονα χώρα βρίσκονται σε ένα οριακό σημείο;

Το ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις, αλλά και ότι είναι αυτοκέφαλη, δεν αποτελεί υπονόμευση του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά επισημαίνει και πλαισιώνει το ρόλο, το σκοπό και το πώς λειτουργεί η Εκκλησία.

Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η ειδική μνεία, μέσω της παραγράφου 2 του άρθρου 3, περί ύπαρξης εκκλησιαστικού καθεστώτος σε ορισμένες περιοχές του Κράτους. Η διάταξη αναφέρεται σε άλλα καθεστώτα, όπως η Εκκλησία της Κρήτης, όχι, όμως, του Αγίου Όρους, μιας και για την Αθωνική Πολιτεία υπάρχει ειδική διάταξη στο Σύνταγμα, το άρθρο 105.

Τίποτα, λοιπόν, δεν μένει αρρύθμιστο, δεν αφήνεται τίποτα στην τύχη του. Γι’ αυτό και είναι νομικά και νομοτεχνικά λάθος να αφαιρούνται διατάξεις αποσπασματικά από το Σύνταγμα. Αντίθετα, θα πρέπει να γίνεται συνολική επισκόπηση και θεώρηση του συνταγματικού κειμένου.

Σχετικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 13 του Συντάγματος και πέραν των όσων ειπώθηκαν παραπάνω σε σχέση με τη θρησκευτική ελευθερία, η συνταγματική πρόβλεψη στο συγκεκριμένο άρθρο της καθιέρωσης του πολιτικού όρκου θα σήμαινε αλλαγές και σε άλλα άρθρα του Συντάγματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τη συνταγματική κατοχύρωση του πολιτικού όρκου ως έκφραση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Θεωρεί πως αν ο θρησκευτικός όρκος είναι υποχρεωτικός, αντίκειται στη θρησκευτική ελευθερία. Συνεπώς, δεν μπορεί με το πρόσχημα της θρησκευτικής ουδετερότητας να επιχειρούμε να αναθεωρήσουμε άλλα μέρη του Συντάγματος, που έχουν διαφορετικό σκοπό και ρυθμίζουν διαφορετικά αντικείμενα.

Στο τρίτο μέρος του Συντάγματος «Οργάνωση και λειτουργίες της πολιτείας» και ειδικότερα στο δεύτερο τμήμα ρυθμίζονται θέματα που έχουν να κάνουν με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το άρθρο 33 παράγραφος 2 ρητά προβλέπει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίδει θρησκευτικό όρκο με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ανώτατος άρχοντας του ελληνικού Κράτους. Είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Βάσει του άρθρου 36 είναι αυτός που εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος και σύμφωνα με το άρθρο 45 είναι ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Αυτές και μόνο, λοιπόν, είναι κάποιες ιδιότητες και αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και ο καθένας εύκολα αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητά του ως προς τον θεσμό, αλλά και ως εκπροσώπου της χώρας μας. Οι ιδιότητές του δεν έχουν να κάνουν με την άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά με την άσκηση πράξεων κρατικής κυριαρχίας και εκπροσώπησης της χώρας μας.

Η Ελληνική Λύση ακράδαντα πιστεύει ότι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να δίδει θρησκευτικό και μόνο όρκο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας προσδίδουν ένα κύρος, αλλά είναι και ύψιστη ευθύνη, που εξ ορισμού μόνον θρησκευτικό όρκο συνεπάγονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι έκφραση αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά έκφραση συνειδητοποίησης του υψηλού αισθήματος ευθύνης και πίστης απέναντι στην πατρίδα που πρέπει να έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η Ελληνική Λύση δεν διαπραγματεύεται τη θέση και το ιερό καθήκον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος σύμφωνα με το Σύνταγμα δίδει μόνο θρησκευτικό όρκο.

Αντίστοιχα, πρεσβεύουμε και για το άρθρο 59 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που προβλέπει τον θρησκευτικό όρκο για τους Βουλευτές, οι οποίοι αναλαμβάνουν καθήκοντα.

Όσον αφορά τους Βουλευτές, ο θρησκευτικός όρκος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη σημαντικότητα των καθηκόντων των Βουλευτών. Γι’ αυτό και υποστηρίζουμε ότι και η παράγραφος 2 του άρθρου 59 δεν χρήζει αναθεώρησης. Η βουλευτική ιδιότητα και το καθήκον του Βουλευτή δεν διαφοροποιούνται στην περίπτωση που ο Βουλευτής είναι αλλόθρησκος ή ετερόδοξος, ούτε βέβαια είναι ήσσονος σημασίας ο θρησκευτικός όρκος ετερόδοξου ή αλλόθρησκου. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι η θρησκευτική ελευθερία; Αυτό δεν είναι έκφραση θρησκευτικής συνείδησης, αυτό που ζητάτε;

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, υποστηρίζουμε ότι τα άρθρα 3, 13 παράγραφος 5, 33 παράγραφος 2, 59 παράγραφος 1 και 59 παράγραφος 2 του Συντάγματος πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, ενόψει του ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από την προτείνουσα Βουλή, ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των άρθρων που πρόκειται να αναθεωρηθούν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όχι μόνο στη σημερινή ενότητα ως προς την αναθεώρηση άρθρων, αλλά και για το σύνολο των προς αναθεώρηση άρθρων διαφαίνεται ότι θα υπάρξουν έντονες διαφωνίες. Πρόκειται για διαφωνίες που διατυπώνονται απλώς για μικροπολιτικούς λόγους. Με αυτήν τη λογική, όπως είπα, η χώρα χρεοκόπησε, αλλά μυαλό δεν βάλαμε.

Ήδη από τη χθεσινή ημέρα φάνηκαν τα ιδεολογικά οχυρά μεταξύ νεοαριστεράς και νεοδεξιάς. Κακοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, που αναπαράγουν το ξεπερασμένο από το πραγματικά εθνικό δίπολο Αριστεράς και Δεξιάς. Προφανώς και δεν έχουν κάτι άλλο να πουν. Έχουν, δε, την ψευδαίσθηση ότι με το παρωχημένο αυτό δίπολο μπορούν να παραπλανούν και να αποπροσανατολίζουν τον ελληνικό λαό. Αυτή η στείρα αντιπαράθεση έχει περάσει στο πολιτικό τους DNA. Όπως, όμως, είπα και χθες, τόσο η νεοαριστερά, όσο και η νεοδεξιά στο παρασκήνιο επί της ουσίας ταυτίζονται απόλυτα στα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης και έχουν τα ίδια διεθνή αφεντικά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είπα και εχθές ότι το σύγχρονο πολιτικό δίλημμα δεν είναι «αριστερά και δεξιά». Είναι διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη μία και οι πατρίδες από την άλλη, διεθνής οικονομική ελίτ από το ένα μέρος και οι εθνικές κοινωνίες από το άλλο μέρος. Αυτό το δίλημμα υπηρετούμε εμείς και σας καλούμε σε αυτό το πραγματικό, πλέον, δίλημμα να επικεντρωθούμε. Το δίλημμα αυτό άρχισε πλέον να καλλιεργείται από την εξωσυστημική πνευματική ελίτ της χώρας μας, αλλά και όλων των χωρών του πλανήτη και βρίσκεται ήδη σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον λαό. Ας μην το κρύβουμε από τον ελληνικό λαό.

Από χθες, λοιπόν, άρχισε μια συζήτηση, η οποία είδα να αναπαράγεται και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, για το ζήτημα εάν η προτείνουσα Βουλή δεσμεύει με τις κατευθύνσεις της την αναθεωρητική Βουλή ή αν η παρούσα αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται μόνο από τις προς αναθεώρηση διατάξεις και όχι από τις κατευθύνσεις.

Και μέσα από όλα αυτά, τέθηκε το ζήτημα ότι η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί, υποτίθεται, ο λαός. Ακούστε την υποκρισία. Δηλαδή η αναθεώρηση γίνεται ανάμεσα σε δύο Βουλές για να τοποθετηθεί ο λαός!

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ας σταθούμε ειλικρινείς. Ερωτώ ευθέως: Θέλετε, δηλαδή, να μας πείτε ότι ο λαός γνώριζε τις λεπτομέρειες της πρότασης για την αναθεώρηση και τοποθετήθηκε ανάλογα στις πρόσφατες εκλογές; Μα, μόλις χθες ο κ. Λοβέρδος, αν δεν κάνω λάθος, είπε πως αυτά που συζητήθηκαν στην πρώτη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, έμειναν μέσα στους τοίχους της Βουλής και δεν πέρασαν στον λαό.

Εμείς, μάλιστα, ως υποψήφιοι Βουλευτές της Ελληνικής Λύσης τότε, προσπαθούσαμε να θέσουμε τα θέματα της συνταγματικής αναθεώρησης και στα διάφορα πάνελ των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όταν φυσικά αυτά μας προκαλούσαν, αλλά οι δημοσιογράφοι άλλαζαν κουβέντα.

Πότε, λοιπόν, ενημερώθηκε ο ελληνικός λαός για τις συγκεκριμένες προτάσεις αναθεώρησης, ώστε να τοποθετηθεί ανάλογα στις εκλογές; Δηλαδή, θέλετε να πούμε ότι ψήφισε στις εκλογές ο ελληνικός λαός με βάση αυτό! Δεν γίνονται αυτά.

Ας πάψουμε, λοιπόν, να επικαλούμαστε ότι ο λαός γνώριζε. Ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς απέναντι στον κόσμο.

Όταν ο λαός ψηφίζει, ψηφίζει κυβέρνηση με βάση κομματικά και ιδεολογικά κριτήρια και δεν γνωρίζει ούτε λαμβάνει υπόψη του τις προς αναθεώρηση διατάξεις. Αυτή είναι η αλήθεια και τη γνωρίζουμε όλοι. Ο λαός θα αποφάσιζε πραγματικά σχετικά με τις προς αναθεώρηση διατάξεις μόνο αν αυτό γινόταν με δημοψήφισμα.

Όποιος, λοιπόν, πραγματικά πιστεύει στον ελληνικό λαό και θέλει να εμπλέξει τον ελληνικό λαό στην αναθεωρητική διαδικασία, ιδού η Ρόδος ιδού και το δημοψήφισμα. Πριν βιαστείτε να κρίνετε, όμως, ομιλώ για ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα.

Σήμερα, λοιπόν, μιλάμε για ένα πολύ καυτό θέμα, αυτό των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας και σχετικών θεμάτων για τα οποία ήδη άρχισαν οι διαφωνίες. Στη συνέχεια θα υπάρξουν και άλλα τέτοια θέματα. Θα υπάρξουν πάλι διαφωνίες. Και στο τέλος της ημέρας η κυβερνητική πλειοψηφία -όπως συμβαίνει πάντα- θα ψηφίσει ό,τι θέλει.

Λέω, λοιπόν, ότι τις διαφωνίες αυτές μπορεί άνετα να τις επιλύσει ο ίδιος ο λαός με ένα συμβουλευτικό δημοψήφισμα, για να δούμε, επιτέλους, ποια είναι η άποψή του πάνω στα σοβαρά θέματα, ποια είναι η άποψή του στα θέματα εθνικής σπουδαιότητας και έπειτα η κυβερνητική πλειοψηφία ας πράξει ό,τι νομίζει.

Στο σημείο αυτό θα επικαλεστώ τα λόγια του πρώην Προέδρου της Βουλής, του κ. Βούτση, από σχετική συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Βουλής, στην οποία ήταν και εν ενεργεία Πρόεδρος. Επειδή ως δημοσιογράφος αναφέρω πάντα τις πηγές μου, τη συνέντευξη αυτή την ανακάλυψα στη σελίδα vouliwatch.gr.

Μίλησε τότε ο κ. Βούτσης για «έναν συμβουλευτικό ή επικουρικό ρόλο στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης που θα έχει η οποιαδήποτε προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω δημοψηφίσματος. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ο κ. Βούτσης ότι αν προκύψουν σοβαρά επιμέρους προβλήματα για τα νερά, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τους διακριτούς ρόλους κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει γι’ αυτά τα θέματα να υπάρχουν γνωμοδοτικές διαδικασίες, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από το πώς θα υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση».

Επομένως, μπορούμε εδώ να συμφωνήσουμε ότι για μείζονα θέματα που θα προκύψουν διαφωνίες στην παρούσα διαδικασία, να ζητήσουμε, τουλάχιστον, τη γνώμη του λαού.

Πέρα από αυτό, έχει υποστηριχθεί επιστημονικά και η δυνατότητα ακόμα και ενός δεσμευτικού χαρακτήρα δημοψηφίσματος στην αναθεωρητική διαδικασία, έτσι όπως αυτή ισχύει στο Σύνταγμά μας, με βάση το ισχύον άρθρο 110.

Σχετικά έχουν αναπτυχθεί τρεις θεωρίες: Η θεωρία του αποκλεισμού του δημοψηφίσματος, η θεωρία της υποκατάστασης της αναθεωρητικής διαδικασίας από το δημοψήφισμα και η θεωρία –τρίτον- του συγκερασμού δημοψηφίσματος και αναθεωρητικής διαδικασίας. Κρατούσα είναι η θεωρία του αποκλεισμού.

Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η τρίτη θεωρία, η θεωρία του συγκερασμού, η οποία συνδυάζει την αυστηρότητά του Συντάγματος από τη μία, με τη λαϊκή συμμετοχή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το δημοψήφισμα μπορεί να ενταχθεί είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, για να κριθεί από τον λαό και η απόφαση που έχει ληφθεί από τη Βουλή.

Με τον τρόπο αυτό, η αναθεώρηση, αν θέλετε, γίνεται ακόμα δυσκολότερη και μάλιστα, όχι μόνο ξεφεύγει από τα στενά κομματικά πλαίσια και τα μικροκομματικά συμφέροντα, αλλά θα αναγκάσει όλα τα κόμματα να συνεργαστούν με ειλικρίνεια, προκειμένου να μην εκτεθούν απέναντι στον λαό, παρουσιάζοντας μια προοπτική που θα δίνει πραγματικές προοπτικές στη δημοκρατία και το μέλλον.

Πολλά, λοιπόν, μπορούν να γίνουν, όπως και η μη κρατούσα αυτή τη στιγμή θεωρία να γίνει κρατούσα, φτάνει να το θέλουμε. Όμως, το ερώτημα είναι αν θέλει το πολιτικό προσωπικό –και, εν προκειμένω, εκείνο της κυβερνώσας παράταξης- να εμπλέξει τον λαό στην αναθεωρητική διαδικασία ή αν θέλει τελικά να κρατήσει σφιχτά και στεγανά το Σύνταγμα στην πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Δυστυχώς, φοβάμαι ότι θα γίνει το τελευταίο».